Ο Σαμψών

Ο Σαμψών. Απέξω απ’ το οπλοπωλείο του Καλκατζάκου στην οδό Αθηνάς. Δίπλα από το Δημαρχείο της Κοτζιά. Θυμάμαι τις Κυριακές τα μεσημέρια στα όμορφα χρόνια του ΄70, κόσμος-μιλιούνια σε ένα μεγάλο κύκλο.

Γυρίζαμε εκείνη την ώρα από την «Μουριά». Ένα μικρό καφενεδάκι στο πλάι της Χρυσοσπηλιώτισσας. Μαζευόντουσαν εκεί κάθε Κυριακή πρωί πατριώτες από το χωριό των δικών μου. Μας έπαιρνε ο πατέρας μου και πηγαίναμε. Αρχίζανε αυτοί, τους καφέδες, τα νέα από το χωριό, ποιος αρραβωνιάστηκε, ποιος πέθανε. Για εμάς, γλυκό του κουταλιού. Τσακώνονταν ποιος θα πληρώσει το κερασάκι που παραγγέλναμε. Μετά το ρίχνανε στα ούζα. Και εμείς κλέβαμε ντροπαλά τους μεζέδες. Κατά τη μία φεύγαμε. Ξέραμε όμως πως θα κάνουμε στάση στον Σαμψών.

Έβγαζε στο τέλος κι ένα σκούφο και ρίχναμε δραχμές και δίφραγκα. Αλλά και αυτός ωραίος, έκανε κλήρωση μια σακούλα με μπισκότα, τσιγάρα και παστέλια. Και πως τύχαινε, όλο κάποιος φαντάρος να τα κέρδιζε ή κανένας πολύτεκνος που είχε μπροστά στα πόδια του τα παιδιά του απλωμένα και τον κοιτούσαν όλοι μαζί με μάτια ορθάνοιχτα.

Έδινε την σακούλα, έπαιρνε το χειροκρότημα και εμείς κατηφορίζαμε την Ζήνωνος να προλάβουμε ζεστό το κυριακάτικο φαγητό.

La radio

Αυτά φίλε μόνο ραδιόφωνο

Υπάρχει μια κατηγορία τραγουδιών, αυτά που δεν ήθελα να τα έχω στην συλλογή των δίσκων και στο συρτάρι με τις κασέτες μου. Προτιμούσα να τα ακούω μόνο τυχαία. Ήθελα μονάχα η τύχη να τα φέρει πάνω μου. “Αυτά φίλε μόνο ραδιόφωνο!” έλεγα σε έναν παλιό ραδιοφωνικό παραγωγό όταν κάναμε βόλτες με κάτι δανεικά αμάξια και τύχαινε να ακούσουμε κάποιο.

Μια φορά, ανήμερα στα γενέθλεια μου βρέθηκα, μέσα από μια σειρά συμπτώσεων, μαζί του στο studio, στην δίωρη βραδινή εκπομπή του. Έριξετο σήμα και μου είπε: “Αδελφέ, απόψε θα παίξω μόνο τα… εκτός λίστας σου. Εξάλου είσαι στο ραδιόφωνο. Πάρ’το σαν δώρο.”

Σήμερα δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτά τα τραγούδια. Υπάρχει το youtube. Όλο και κάποιο από αυτά θα εμφανιστεί στα προτεινόμενα. Αυτό αποτελεί μια κάποια μετάλλαξη. Από εξόριστα σιγά-σιγά γίνονται προτεινόμενα. Μάλλον μεγαλώνουμε λίγο.

Photo credit: mariateresa toledo via Foter.com / CC BY-NC-ND

Θένκιου φρέντ. Θένκιου

Πριν μέρες βρισκόμουν σε ένα παιδικό πάρτι του σχολείου του γιου μου. Μόλις το πάρτι τελείωσε ένα γονιός ήρθε και με έπιασε: “Θα έρθεις μαζί μου να πάμε να δώσουμε τα φαγητά που περίσσεψαν;” Μετά από λίγο βρεθήκαμε οι δυο μας στην πλατεία Βικτωρίας. Ήταν το προηγούμενο βράδυ από την μέρα που ο Δήμος Αθηναίων μαζί με την αστυνομία άδειασε την πλατεία. Είχαμε ξαναμαζέψει σαν οικογένεια κι άλλες φορές ρούχα και πράγματα αλλά είχε τύχει να μην τα παραδώσω εγώ ο ίδιος, αλλά άλλος δικός μου άνθρωπος.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν ένιωσα ανάμεικτα συναισθήματα. Επιβεβαίωσα πως το όλο θέμα με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες δεν είναι ούτε μαύρο, ούτε άσπρο. Έχει γκρίζες ζώνες πολλές. Και πέρα από αυτές τις γκρι ζώνες δίνει και πολλές ευκαιρίες για σπέκουλα ένθεν κι ένθεν.
Εγώ λοιπόν θα σταθώ στο εξής: Κάποια στιγμή πλησιάζω μια μικρή ομάδα: “Φούντ;”, τους ρωτάω με τα άπταιστα αγγλικά μου. “Ντου γιου γουόντ φούντ;” συνεχίζω. Σηκώθηκε ένα παλικάρι από μια βρώμικη κουβέρτα, κοίταξε το κουτί που κρατούσα, πήρε ένα τυροπιτάκι, έβαλε το δεξί χέρι στην καρδιά του, με κοίταξε και μου είπε και αυτός στα ίδια αγγλικά με τα δικά μου:

“Θένκιου φρέντ. Θένκιου”

Αυτό το “θενκιού” δεν νομίζω να το ξεχάσω ποτέ. Και όσο κι αν ακούω από δεξιά και αριστερά μαυρίλες ή μανιπουλάρισμα, αυτό το θενκιού θα μου θυμίζει πως ότι και εάν συμβαίνει γύρω μας η ανθρωπιά θα παραμένει το πιο δυνατό συναίσθημα.Και φυσικά δεν μιλώ για την ανθρωπιά την δική μου. Σιγά το πράγμα που έκανα. Μιλάω για αυτό που ήθελε αυτός να προσφέρει.

city stairs

Δεκάξι υφαδιές στον πόντο

Ο Αντρέας ήταν παλιός τεχνίτης πλεκτικών μηχανών στην Πειραϊκή Πατραϊκή. Μετά το κλείσιμο της εταιρείας και τις μαζικές απολύσεις βρέθηκε άνεργος με τρία παιδιά. Με τα πολλά κατάφερε και νοίκιασε το περίπτερο απέναντι από το μαγέρικο του Νικολάρα. Πάνω από το μαγέρικο ορθωνόταν το ξενοδοχείο Ολύμπικ. Σε εκείνο το ξενοδοχείο κατέλυαν τα «κορίτσα». Έτσι τις έλεγε. Τα «κορίτσα» ήταν ανατολικοευρωπαίες που τις έφερναν μπουλούκια-μπουλούκια για να επανδρώσουν τα κωλάδικα της περιοχής. Έμεναν μια εβδομάδα και μετά εξαφανιζόντουσαν για να τις αντικαταστήσει νέο αίμα.

Από ’κεινο λοιπόν το περίπτερο, που ήταν και το κοντινότερο στο σπίτι μου, ξεκινούσα σχεδόν κάθε απόγευμα τις εξόδους μου. Στάση για τσιγάρα, γέμισμα αναπτήρα, ματιές στα πρωτοσέλιδα και ακρόαση των ιστοριών του Αντρέα, που πάντα κάτι είχε να σου πει. Βγαίνανε και τα «κορίτσα» στολισμένα, στα μπαλκονάκια του χοτέλ και περίμεναν μέχρι να έρθουν να τις παραλάβουν κάτι μισθωμένα ταξί που έκαναν τις διανομές.

Η πόρτα του περιπτέρου ήταν προς το δρόμο περασιά με το κράσπεδο. Την άνοιγε και στεκόταν μισός μέσα, μισός έξω, για να εξυπηρετεί και την πελατεία από την μπροστινή θυρίδα που κοιτούσε στο πεζοδρόμιο. Είχε και κανα-δυο τελάρα στο δρόμο για να μην παρκάρουν και του κλείνουν την πόρτα τα οποία γινόντουσαν πρώτης τάξεως στασίδια για λακριντί και οφθαλμόλουτρο προς το Ολύμπικ.

«Τις βλέπεις; Αυτές αραιώνουνε υφαδιές από τόπια ολόκληρα» μου λέει μια μέρα ο Αντρέας. Είδε πως δεν το κατάλαβα και μου εξήγησε τι εννοούσε:

Το ’68 όταν ήταν τεχνίτης στην Πειραϊκή, έσκασε το σκάνδαλο της κατάχρησης του ταμείου της εταιρείας από τον οικονομικό διευθυντή της. Οι εφημερίδες οργίαζαν ότι ο περί ού ο λόγος έβαλε χοντρό χέρι στο ταμείο και τα ΄φαγε με την πιο μεγάλη φίρμα της εποχής. Με την Ζωζώ. Μια είναι η Ζωζώ. Όταν λοιπόν το σκάνδαλο ξέσπασε η εταιρεία προσπάθησε να καλύψει την χασούρα με κάθε τρόπο. Έτσι λοιπόν μια μέρα, τους μαζεύει ο εργοδηγός και τους λέει:

«Λοιπόν όσοι δουλεύετε στις μηχανές του τεντόπανου, εκείνου του καλού, να πάτε να τις ρυθμίσετε και να μειώσετε τις υφαδιές κατά μια. Από σήμερα και πέρα, δεκάξι υφαδιές στον πόντο!»

Φωτό: Spiros Vathis via Foter.com / CC BY-ND

Όλα είναι ζωντανά εδώ!

Ο Σπύρος ο Ζαγοραίος ήταν ο πρώτος Έλληνας τραγουδιστής που υιοθέτησε την δεκαετία του ’80 το ασύρματο μικρόφωνο στην Αθηναϊκή νύχτα. Για αυτόν ήταν μια κάποια λύση για το πρόβλημα που είχε με το κομμένο του χέρι αλλά από την άλλη η νέα τεχνολογία υπήρξε αφορμή και για πολλά σχόλια από τους θαμώνες των κέντρων που τραγουδούσε.

Βρέθηκαν λοιπόν κάποιοι που είπαν: “Πως γίνεται να τραγουδά κάποιος με μικρόφωνο που δεν έχει καλώδιο; Μήπως έχει μαγνητοφωνημένο το πρόγραμμα;”

Έτσι λοιπόν ο Ζαγοραίος για να ανατρέψει τις φήμες αποφάσισε να κάνει το εξής: Διάλεγε ένα τραγούδι που ξεσήκωνε το κοινό και αφού έλεγε το πρώτο ρεφρέν, άφηνε τους μουσικούς να παίζουν, κατέβαινε από την πίστα, περπατούσε ανάμεσα από τα τραπέζια και εξηγούσε στο κόσμο ότι το μικρόφωνο που κρατά είναι μια νέα τεχνολογία που έφερε από το εξωτερικό λόγω του προβλήματος του.

Για να γίνει μάλιστα πιστευτός στο τεχνοφοβικό κοινό των δυτικών προαστίων, που κατά τα άλλα τον λάτρευε, κάποια στιγμή σταμάταγε μπροστά σε κάποια κυρία και τις έλεγε:
“Να δες κυρία μου, δοκίμασε, πες κάτι και εσύ, να δείξουμε στο κόσμο ότι δεν έχουμε ηχογραφήσει τίποτα. Όλα είναι ζωντανά εδώ!”

Το είχαν δει με τα μάτια μου να το κάνει στο αναψυκτήριο Άκρον, στην Λένορμαν, σε λαϊκή απογευματινή, όπου μπορούσε κάποιος με πεντακόσιες δραχμές και μια γρανίτα να δει τις μεγαλύτερες φίρμες τις εποχής.

Η γάτα δεν πέθανε στο πλύσιμο. Η γάτα πέθανε στο στύψιμο.

Όταν δούλευα, παλιά, στην Βαρβάκειο, στο πατσατζίδικο του Σιδέρη, εμφανιζόταν μερικά βράδια μια μορφή, ένας τύπος βγαλμένος σαν από ταινία του Νίκου Νικολαΐδη, με μια ξεχαρβαλωμένη κιθάρα και έκανε τα σουλάτσα του τραγουδώντας στους νυχτερινούς θαμώνες της Αριστογείτονος.

Περνούσε από τα τρία μαγαζιά που ξενυχτούσαν και ευημερούσαν, καθόταν στο καθένα έξι-εφτά λεπτά από τα οποία τα πρώτα πέντε τα αφιέρωνε στο μουσικό του θέμα και κατόπιν ερχόταν το οικονομικό πρόγραμμα: Χούφτα παρατεταμένη και ότι προαιρείσθε. Ένα τραγούδι έπαιζε όλο κι όλο. Βασικά ούτε τραγούδι. Ένα ρεφρέν ήταν και τρία ακόρντα.

“Η γάτα δεν πέθανε στο πλύσιμο. Η γάτα πέθανε στο στύψιμο.”

Αυτό μόνο. Έπαιζε. Σταματούσε. Έπαιρνε μιαν ανάσα. Άπλωνε το χέρι και περίμενε κάτι να του ρίξεις. Στις περιπτώσεις που κάποιο τραπέζι αδιαφορούσε ως προς τις οικονομικές του απαιτήσεις, δεν κώλωνε, άπλωνε το χέρι και βούταγε καμιά πατάτα, κανένα κεφτέ, αναφωνώντας:

“Θα πεθάνει που θα πεθάνει η γάτα, μην πάει και νηστικιά!”

Κανείς δεν τον μάλωνε. Τους άφηνε πίσω να χαμογελούν και έμπαινε στο επόμενο μαγαζί.

Στο ΚΤΕΛ

Να ΄σαι σε ΚΤΕΛ με οδηγό τον Αργύρη Μπακιρτζή και να κοιτάς λάγνα την κοπελιά στην απέναντι σειρά. Να ΄ναι καλοκαίρι. Να κάνει ζέστη και το φουστάνι της να χάσκει και να σου δείχνει το αγνό της στήθος. Να κάνει το ΚΤΕΛ το Πύργο-Πάτρα αλλά να μην είναι το express, να είναι το άλλο που πάει από όλα τα χωριά. Να μπαίνει κηδεία και να φωνάζουν οι γριές: “Την πήρε παρθένα ο χάρος” και η κοπελιά με το ανοιχτό φουστάνι να το παίρνει απόφαση και χωρίς φόβο αλλά με πάθος να έρχεται και να κάθετε πάνω σου και να ζητά να την πάρεις μακριά από τον θάνατο. Να την κάνεις να αναστενάζει και να κολλά το πρόσωπο της στο τζάμι. Αυτό. Αυτό που κάνει μια ταινία πρώτη στην λίστα σου. Αυτό που σου θυμίζει νεότητα. Αυτό που είναι σημαδούρα στην ζωή σου. Αυτό που δεν θα μπορείς εύκολα να το εξηγήσεις στον καθένα.

Όταν όλοι (πιστεύουν ότι) έχουν δίκιο έχουμε τραγωδία!

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει χάσει μια ιστορική ευκαιρία και αυτό πλέον είναι το πρώτο και βασικό δεδομένο. Την ευκαιρία την έχασε μερικά εικοσιτετράωρα μετά από το δημοψήφισμα του Ιουλίου. Τότε που είχε ένα μεγάλο κομμάτι του λαού με το μέρος της για οποιαδήποτε κίνηση θα έκανε, ώστε να απομακρυνθεί από την περιδίνηση που προκαλούν τα μνημόνια, ακόμα κι εάν η μετέπειτα πορεία της χώρας θα ήταν αρκετά δύσκολη.

Από εκείνη την χρονική στιγμή και μετά και παρότι εκλέχθηκε στις εκλογές του Σεπτέμβρη, η πορεία της πτώσης του κυβερνητικού σχήματος είναι δεδομένη. Ούτε θα κυβερνήσουν για 40 χρόνια όπως λεγόταν, ούτε τίποτα. Αντιθέτως, ο κόσμος, ειδικά αυτός με αριστερόστροφη σκέψη, απογοητεύτηκε, σιώπησε και απείχε. Continue reading

3417796909_504b560ee9_b

Παραλία

Το καφενείο του «γιατρού» ήταν ακριβώς απέναντι από την πλατεία. Το πεζοδρόμιο μπροστά από το μαγαζί ήταν τέσσερις πλάκες όλες κι όλες σε πλάτος, παρότι ο δρόμος ήταν ο πιο εμπορικός όλης της πόλης. Κατά μήκος της τζαμαρίας του καφενείου ήταν στοιχισμένες, εφ’ ενός  ζυγού, πέντε καρέκλες που τις χώριζαν δύο τραπεζάκια, από εκείνα τα μικρά που έχουν οι χαρτοπαίχτες όταν κάθονται  στο τραπέζι της τσόχας.  Καρέκλα, τραπεζάκι, καρέκλα, καρέκλα, τραπεζάκι, καρέκλα. Τα υπόλοιπα τραπεζοκαθίσματα του μαγαζιού ήταν απλωμένα αδιάφορα στην πλατεία απέναντι. Καμιά δεκαριά τραπέζια λευκά, σαν ξεφτισμένες εμαγιέ λαμαρίνες, με δυο καρέκλες το καθένα.

Τα απογεύματα λοιπόν, σαν έπεφτε ο ήλιος και τα μαγαζιά άνοιγαν, πιάναμε τις εφ’ ενός ζυγού καρέκλες, πίνοντας τσίπουρα και τρώγοντας για μεζέ πεπόνι, αλατισμένο γουλί από λάχανο και ελιές . Τσίπουρα και χάζι στην «παραλία»  Έτσι το λέγαμε εκείνο το κομμάτι πεζοδρομίου. «Παραλία».

Κάποιες φορές στην τρίτη γύρα τσίπουρα, ξανάμπαινε θέμα: «Μα γιατί να το λέμε Παραλία; Πασαρέλα έπρεπε να το λέμε!» Και κατά ένα τρόπο η ένσταση δεν ήταν αβάσιμη:

Σε εκείνον τον δρόμο κάθε απόγευμα περνούσε ο μισός γυναικείος πληθυσμός της πόλης για βόλτα στις βιτρίνες και ψώνια. Continue reading

Bar Affair

Παραγγελία

Δεκαετία ’90. Φθινόπωρο. Απογευματάκι Κυριακής σε παραλίμνιο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας. Η τηλεόραση στην καινούργια καφετέρια του χωριού παίζει πεντάλεπτο δελτίο ειδήσεων την στιγμή που γίνεται η μίνι ανασκόπηση των ματς που μόλις είχαν τελειώσει. Ο μπάρμαν-λέμε τώρα-ιδιοκτήτης κάθετε μόνος του απέξω από τον πάγκο πάνω σε ένα σκαμπό έτοιμος να κοιμηθεί από την ζέστη και την υγρασία. Το μαγαζί να μυρίζει επιδοτήσεις ΠΑΣΟΚ, καθρέφτες στους τοίχους, μια ντισκόμπαλά κρεμασμένη πάνω από τα άδεια πικάπς απλώνει ανταύγειες στην παχιά, πέντε εκατοστών παρακαλώ, λευκή μοκέτα. Continue reading

Road to Nowhere

Ρεπετισιόν

Δευτεροετής θα ‘μουνα. Τελείωσε το μάθημα μεσημέρι. Μου είχε ξεμείνει ένα αυτοκίνητο μιανής, που το είχε αφήσει να της το πάω στην Αθήνα, θεία μιας φίλης του κολλητού μου, σαρανταπεντάρα, ωραία γυναίκα.

Το ‘χα το αμάξι λοιπόν και το ‘παιζα εποχούμενος σαν σκεπάρνι γύφτικο. Βλέπεις στην σχολή οι περισσότεροι είχαν αυτοκίνητο, γόνοι μηχανικών γαρ, εμείς, κάτι λίγοι, παιδιά οικοδόμων και υπαλλήλων μας έτρωγε το αστικό και το ” προχωράτε στο βάθος έχει χώρο”.

Σχολάμε λοιπόν και στο πάρκινγ με πλησιάζει, συμφοιτήτρια “ανωτέρας κλάσεως, τάξεως και προδιαγραφών” σκύβει στο παράθυρο και μου λέει: “Μπορείς να με κατεβάσεις μέχρι την Ακτή Δημαίων που ‘χω αφήσει το αμάξι μου στο συνεργείο;” Continue reading

Τα φέξια κόκκινα.

Ήτανε το δικό μου “βρώμικο” ’98. Βρισκόμαστε με ένα παιδικό φίλο στην Καρδίτσα σε ένα ρεμπετάδικο. Παραγγείλαμε ταξί να φύγουμε, “να πάμε αλλού”. Την ώρα που ήρθε το ταξί έπαιζε η ορχήστρα το “Μες τον πράσινο τον μύλο”. Φύγαμε στα μέσα του τραγουδιού. Το πρωί της ίδιας μέρας είχα ρωτήσει ένα ταξιτζή στην πιάτσα της κεντρικής πλατείας: “Άμα καλέσεις ταξί και τους πεις τι θες, θα σε παν΄εκεί που ψάχνεις” μου είπε.
Είπαμε στον οδηγό να πάμε προς τα ΚΤΕΛ και να στρίψει. Έστριψε σε έναν χωματόδρομο, τριγύρω καλαμιές. Σε κάποιο ξέφωτο μας άφησε απέξω από ένα σκοτεινό όγκο κάτι σαν κοντέινερ. “Εδώ είναι το μαγαζί που ψάχνετε”. Continue reading