“Δεν είναι για σένα η μοναξιά φίλε”

Αρχές Αυγούστου. Είχα επιλέξει να μην πάω πουθενά. Να μείνω πίσω. Ούτε στην Αθήνα θα πέρναγα καλά, ούτε στο χωριό. Το τηλέφωνο χτυπούσε απανωτά. Απάντησα στα πρώτα τηλεφωνήματα μόνο. “Που είσαι; Γιατί δεν θα έρθεις;” Στον δεύτερο γύρο τηλεφωνημάτων δεν έκανα τον κόπο καν να το σηκώσω. Είχα παραιτηθεί. Δεν ήθελα τίποτα άλλο πέρα από το να μείνω μόνος μου.

Ξυπνούσα, κατέβαινα σε ένα καφενείο που σύχναζαν ναυτικοί που έκαναν το Πάτρα-Μπάρι και τούμπαλιν. Έπινα καφέ, μετά ούζα. Άκουγα ιστορίες καραβίσιες μα δε μιλούσα. Μόνο ρούφαγα. Τσιγάρο, ούζο κι ιστορίες. Ανέβαινα σπίτι κοιμόμουν μια ώρα και ξανάβγαινα στην ζεστή πόλη για βόλτα.

Τα βράδια κατέβαινα στο μόλο. Άνδρες που περπατούσαν αργά με εντολή γιατρού. Γυναίκες δυο-δυο. Φοιτητές πουθενά. Είχα μείνει μόνος. Τύχη και κατάρα μαζί.

Ένα μεσημέρι περπατούσα στην οδό Μαιζώνος. Τον εμπορικότερο δρόμο της Πελοποννήσου. Τα μαγαζιά κλειστά κι η πόλη έρημη. Μου το ΄χαν πει: “Αυτήν την πόλη θα την αγαπήσεις και θα σε παιδέψει ταυτόχρονα.”

Κάποια στιγμή μέσα στην ερημιά ακούω μακρινές μουσικές. Δεν ήξερα από που έρχονταν. Κοίταξα δεξιά-αριστερά. Τίποτα. Στο βάθος άρχισε να φαίνεται η μορφή ενός αστικού λεωφορείου. Η άσφαλτος ανέδυε κύματα ζέστης σαν οπτασία ερήμου. Το λεωφορείο πλησίαζε.  Έφτασε κοντά μου. Άδειο. Μονάχα ο οδηγός. Είχε ανοίξει και τις τρεις πόρτες. Και την μπροστινή του οδηγού. Και την μεσαία, και την πίσω. Στα μεγάφωνα του οχήματος έπαιζε όσο πιο δυνατά μπορούσε ένα τραγούδι. Σκόρπιζε νότες και πόνο. Πέρασε από μπροστά μου με φόρα. Με χτύπησε ένα κύμα αέρα. Αναγνώρισα την φωνή. Κάτι μάγκωσε μέσα μου. Κάτι μου είπε: “Δεν είναι για σένα η μοναξιά φίλε.”

Ανηφόρισα. Έφτασα μέχρι το σπίτι μάζεψα τα πράγματα μου μέσα σε δέκα λεπτά και κατέβηκα στην πλατεία Γεωργίου. Μπήκα στο πρώτο ταξί της πιάτσας. “Φύγε” του είπα και ξεκίνησε.

Ιστορίες από το παζάρι

Στα δυο χιλιάδες πόδια

Πλησιάζω στο πάγκο. Ψάχναμε ώρα για φθηνογκάτζετ. Όλο βρακιά, κουζινικά και μαξιλαροθήκες είχε. Μόνο η σύζυγος σταματούσε. Εμείς είχαμε μαστουρώσει από την τσίκνα που γέμιζε τους διαδρόμους του παζαριού και κοιτάγαμε να βρούμε τραντζίστορς και φακούς επαναφορτιζόμενους. Κάποια στιγμή ο μικρός ανακαλύπτει σε μια γωνία έναν. “Να, έλα, εδώ έχει”. Ο τύπος φορούσε δημοσιογραφικό γιλέκο και δύο ζευγάρια γυαλιά. Ένα στα μάτια, στηριγμένο χαμηλά στη μύτη και ένα ζευγάρι στο κούτελο. Δύο ντόπιοι κοιτούσαν και αυτοί τους φακούς. Σταθήκαμε και εμείς. Τρεις νοματαίοι και ο δικός μου ο πιτσιρικάς αρχίσαμε να πασπατεύουμε τα κινέζικα φακουδάκια.

“Αυτόν να πάρεις”, μου λέει. Τον κοίταξα με ένα βλέμμα ερώτησης για το εάν είναι καλός και ξεκίνησε το ποίημα:

“Αυτός που κρατάς αντέχει δώδεκα ώρες. Να βρέχει, καρέκλες να ρίχνει, θα σου κρατήσει. Τον έχω δώσει και στα ελικόπτερα. Έκαναν αναγνώριση σε πινακίδα αυτοκινήτου από τα δύο χιλιάδες πόδια και μου έστειλαν και sms εκείνη την ώρα να με ευχαριστήσουν. Να φέρω το κινητό να στο διαβάσω.”

Δεν το έφερε, αλλά περίμενε να δει πως θα αντιδράσω. Εγώ απολάμβανα το λογύδριο πώλησης. Κατάλαβε ότι θα ενέδιδα αλλά και ότι ήθελα να ακούσω κι άλλες ιστορίες για φακούς που άντεξαν στην άγρια ζούγκλα.

“Φέρε μια σακούλα να βάλουμε τον φακό στο κύριο. Θα σου δώσω και έναν αντάπτορα για την φόρτιση δώρο.”

Με μια ανθοδέσμη αγκινάρες

Με μια ανθοδέσμη αγκινάρες

Το μαγαζί, ο θεός να το κάνει μαγαζί, ήτο παραλιακό. Βασικά ούτε μαγαζί δεν ήτανε. Μια τροχοβίλα στηριγμένη πάνω σε τέσσερις τσιμεντόλιθους. Ο φωτισμός στο περιβάλλοντα χώρο ερχόταν από μια τεραστίων διαστάσεων μεταλλική κολώνα που στηριζόταν σε μια οκταγωνική βάση από μπετό. Ήταν η τελευταία κολώνα του λιμανιού και η μοναδική πηγή φωτός. Τα τραπεζάκια, κάτι εμαγιέ, πρώην λευκά, ξεφτισμένα. Δύο καρέκλες ίδιες δεν υπήρχαν. Σαν όταν να ξεκίνησε την λειτουργία του το κατάστημα, ο καθένας να έφερε και από μια Continue reading

Αμαρκέ

Στο καφενείο που συχνάζω δουλεύουν πέντε-εξι παλικάρια το ένα καλύτερο από το άλλο. Προχθές μετά τα τσίπουρα, την ώρα του λογαριασμού, πληρώνω… «Πάρε και αυτά δικά σου», και έχοντας το θάρρος στο εν λόγω κατάστημα του λέω: «…και φέρε για το «σβήσιμο» μια μπύρα αμαρκέ.»

-«Τι σημαίνει αμαρκέ;» ρώτησε το παλικάρι, τσικγλίζοντας με για να ακούσει ακόμα μια μικρή ιστοριούλα. Και του απάντησα:

Παλιά, στα μαγαζιά οι σερβιτόροι με το που ξεκινούσαν την βάρδια, πήγαιναν στον πασαδόρο-ταμία του καταστήματος και έδιναν αληθινά χρήματα και τα άλλαζαν με μάρκες. Έδιναν για παράδειγμα πέντε χιλιάδες δραχμές και έπαιρναν αντίστοιχης αξίας μάρκες. Δεν ήταν χοντρές σαν αυτές που έχουν στα καζίνα. Ήταν λεπτές, σαν πένες κιθάρας, χρωματιστές και στρόγγυλες. Κόκκινες του κατοστάρικου, γαλάζιες των πενήντα, λευκές τα δεκάρικα και κίτρινες για τα δίφραγκα. Για να αντιστοιχούν και να ξεχωρίζουν εύκολα με το μάτι στο χρώμα των τότε χαρτονομισμάτων.

Έπαιρνε παραγγελία το σερβιτόρι, προσερχόταν στον πάγκο έπαιρνε τα πιάτα, πλήρωνε σε μάρκες με τιμές «χονδρικής» που ήταν δεκατρία τοις εκατό πιο κάτω και αφού ο πελάτης έτρωγε και ερχόταν η ώρα του λογαριασμού τον πλήρωνε δίνοντας του κανονικά χαρτονομίσματα. Έτσι τα σερβιτόρια στο τέλος της μέρας είχαν ξαναμαζέψει σε πραγματικά χρήματα όσα είχαν δώσει στην αρχή της βάρδιας συν ένα ποσοστό, όπου ήταν και το πραγματικό τους μεροκάματο.

Όταν λοιπόν το μαγαζί ήθελε να κεράσει μια παρέα φώναζε τον σερβιτόρο που είχε το τραπέζι και του λέγε: «Αμαρκέ! Δώσε αυτά στο «Δύο» από το κατάστημα.» Δηλαδή δεν έπαιρνε μάρκα από τον σερβιτόρο. Εξού και η λέξη αμαρκέ, όπου το άλφα στερητικό και απλήρωτο.

Σημείωσης: Από το δεκατρία τοις εκατό που κέρδιζαν τα σερβιτόρια, το τρία έπρεπε να το δώσουν σε εμάς τους βοηθούς, αλλά πολλοί έκαναν την «παλαβή» και μέναμε εμείς οι πιτσιρικάδες με τα φραγκοδρίφραγκα που μπορεί να άφηναν οι πελάτες στα τραπέζια.

Photo credit: usman9 via Foter.com / CC BY

Όσο αναβοσβήνουν τα φέξια

Νοέμβριος του ’95. Κάλυμνος. Έξι ώρα, χαράματα, πέρασα την πόρτα του ξενοδοχείου ζωσμένος με τα πράγματα, που κουβαλούν συνήθως οι εμπορικοί αντιπρόσωποι στα ταξίδια τους και κατευθύνθηκα πεζός για την άλλη άκρη του λιμανιού. Έφτασα έξω από το μικρό φέρυ και με ένα βλέμμα ο ναύτης μου έκανε νόημα. «Ανέβα».

Άφησα την βαλίτσα και ένα σακβουαγιάζ στο αριστερό αποθηκάκι της πλώρης, δίπλα σε κάτι κακομαζεμένους κάβους και ανέβηκα στο σαλόνι. Ήθελα να κάτσω έξω, να απολαύσω το πρώτο φως της μέρας και το μικρό ταξίδι, που θα μου άλλαζε νησί και ανθρώπους, όμως και κρύο έκανε και φυσούσε. Μπήκα. Ας πάρω καφέ είπα και βλέπουμε. Τρεις καλόγριες με κόκκινα Continue reading

Βαρβάκειος αγορά Αθήνας

Ο Τάκης ο Κουδούνας

Το καλοκαίρι του “βρώμικου” ’89, με το που τελείωσαν οι εξετάσεις έπιασα ξανά δουλειά στο μαγέρικο του Σιδέρη. Ημερήσια βάρδια στην λάντζα. Είχα κάνει συμφωνία με την κυρία Τασία να της δουλέψω την άδεια. “Άμα δεν βρούνε αντικαταστάτη δεν θα μου δώκουνε την άδεια. Πες εσύ ότι θα δουλέψεις και έχω κανονίσει να πάρεις ό,τι λεφτά μου δίνουν και εμένα”. Είπα “ναι” και ξεκίνησα. Ακριβώς την επόμενη μέρα των εξετάσεων. Είχα να διαλέξω μεταξύ οικοδομής και μαγέρικου. Νίκησε το μαγέρικο και τα ογδόντα χιλιάρικα μηνιάτικο, που τουλάχιστον θα κερδιζόντουσαν υπό σκιάν.

Την ανθρωπογεωγραφία της κρεαταγοράς την γνώριζα ήδη. Χασαπάκια, μανάβηδες από απέναντι, ψαραγορίτες από τα εσωτερικά της Βαρβακείου και διάφοροι Continue reading

Ο Σαμψών

Ο Σαμψών. Απέξω απ’ το οπλοπωλείο του Καλκατζάκου στην οδό Αθηνάς. Δίπλα από το Δημαρχείο της Κοτζιά. Θυμάμαι τις Κυριακές τα μεσημέρια στα όμορφα χρόνια του ΄70, κόσμος-μιλιούνια σε ένα μεγάλο κύκλο.

Γυρίζαμε εκείνη την ώρα από την «Μουριά». Ένα μικρό καφενεδάκι στο πλάι της Χρυσοσπηλιώτισσας. Μαζευόντουσαν εκεί κάθε Κυριακή πρωί πατριώτες από το χωριό των δικών μου. Μας έπαιρνε ο πατέρας μου και πηγαίναμε. Αρχίζανε αυτοί, τους καφέδες, τα νέα από το χωριό, ποιος αρραβωνιάστηκε, ποιος πέθανε. Για εμάς, γλυκό του κουταλιού. Τσακώνονταν ποιος θα πληρώσει το κερασάκι που παραγγέλναμε. Μετά το ρίχνανε στα ούζα. Και εμείς κλέβαμε ντροπαλά τους μεζέδες. Κατά τη μία φεύγαμε. Ξέραμε όμως πως θα κάνουμε στάση στον Σαμψών.

Έβγαζε στο τέλος κι ένα σκούφο και ρίχναμε δραχμές και δίφραγκα. Αλλά και αυτός ωραίος, έκανε κλήρωση μια σακούλα με μπισκότα, τσιγάρα και παστέλια. Και πως τύχαινε, όλο κάποιος φαντάρος να τα κέρδιζε ή κανένας πολύτεκνος που είχε μπροστά στα πόδια του τα παιδιά του απλωμένα και τον κοιτούσαν όλοι μαζί με μάτια ορθάνοιχτα.

Έδινε την σακούλα, έπαιρνε το χειροκρότημα και εμείς κατηφορίζαμε την Ζήνωνος να προλάβουμε ζεστό το κυριακάτικο φαγητό.

Αυτά φίλε μόνο ραδιόφωνο

Υπάρχει μια κατηγορία τραγουδιών, αυτά που δεν ήθελα να τα έχω στην συλλογή των δίσκων και στο συρτάρι με τις κασέτες μου. Προτιμούσα να τα ακούω μόνο τυχαία. Ήθελα μονάχα η τύχη να τα φέρει πάνω μου. “Αυτά φίλε μόνο ραδιόφωνο!” έλεγα σε έναν παλιό ραδιοφωνικό παραγωγό όταν κάναμε βόλτες με κάτι δανεικά αμάξια και τύχαινε να ακούσουμε κάποιο.

Μια φορά, ανήμερα στα γενέθλεια μου βρέθηκα, μέσα από μια σειρά συμπτώσεων, μαζί του στο studio, στην δίωρη βραδινή εκπομπή του. Έριξετο σήμα και μου είπε: “Αδελφέ, απόψε θα παίξω μόνο τα… εκτός λίστας σου. Εξάλου είσαι στο ραδιόφωνο. Πάρ’το σαν δώρο.”

Σήμερα δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτά τα τραγούδια. Υπάρχει το youtube. Όλο και κάποιο από αυτά θα εμφανιστεί στα προτεινόμενα. Αυτό αποτελεί μια κάποια μετάλλαξη. Από εξόριστα σιγά-σιγά γίνονται προτεινόμενα. Μάλλον μεγαλώνουμε λίγο.

Photo credit: mariateresa toledo via Foter.com / CC BY-NC-ND

Θένκιου φρέντ. Θένκιου

Πριν μέρες βρισκόμουν σε ένα παιδικό πάρτι του σχολείου του γιου μου. Μόλις το πάρτι τελείωσε ένα γονιός ήρθε και με έπιασε: “Θα έρθεις μαζί μου να πάμε να δώσουμε τα φαγητά που περίσσεψαν;” Μετά από λίγο βρεθήκαμε οι δυο μας στην πλατεία Βικτωρίας. Ήταν το προηγούμενο βράδυ από την μέρα που ο Δήμος Αθηναίων μαζί με την αστυνομία άδειασε την πλατεία. Είχαμε ξαναμαζέψει σαν οικογένεια κι άλλες φορές ρούχα και πράγματα αλλά είχε τύχει να μην τα παραδώσω εγώ ο ίδιος, αλλά άλλος δικός μου άνθρωπος.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν ένιωσα ανάμεικτα συναισθήματα. Επιβεβαίωσα πως το όλο θέμα με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες δεν είναι ούτε μαύρο, ούτε άσπρο. Έχει γκρίζες ζώνες πολλές. Και πέρα από αυτές τις γκρι ζώνες δίνει και πολλές ευκαιρίες για σπέκουλα ένθεν κι ένθεν.
Εγώ λοιπόν θα σταθώ στο εξής: Κάποια στιγμή πλησιάζω μια μικρή ομάδα: “Φούντ;”, τους ρωτάω με τα άπταιστα αγγλικά μου. “Ντου γιου γουόντ φούντ;” συνεχίζω. Σηκώθηκε ένα παλικάρι από μια βρώμικη κουβέρτα, κοίταξε το κουτί που κρατούσα, πήρε ένα τυροπιτάκι, έβαλε το δεξί χέρι στην καρδιά του, με κοίταξε και μου είπε και αυτός στα ίδια αγγλικά με τα δικά μου:

“Θένκιου φρέντ. Θένκιου”

Αυτό το “θενκιού” δεν νομίζω να το ξεχάσω ποτέ. Και όσο κι αν ακούω από δεξιά και αριστερά μαυρίλες ή μανιπουλάρισμα, αυτό το θενκιού θα μου θυμίζει πως ότι και εάν συμβαίνει γύρω μας η ανθρωπιά θα παραμένει το πιο δυνατό συναίσθημα.Και φυσικά δεν μιλώ για την ανθρωπιά την δική μου. Σιγά το πράγμα που έκανα. Μιλάω για αυτό που ήθελε αυτός να προσφέρει.

Δεκάξι υφαδιές στον πόντο

Ο Αντρέας ήταν παλιός τεχνίτης πλεκτικών μηχανών στην Πειραϊκή Πατραϊκή. Μετά το κλείσιμο της εταιρείας και τις μαζικές απολύσεις βρέθηκε άνεργος με τρία παιδιά. Με τα πολλά κατάφερε και νοίκιασε το περίπτερο απέναντι από το μαγέρικο του Νικολάρα. Πάνω από το μαγέρικο ορθωνόταν το ξενοδοχείο Ολύμπικ. Σε εκείνο το ξενοδοχείο κατέλυαν τα «κορίτσα». Έτσι τις έλεγε. Τα «κορίτσα» ήταν ανατολικοευρωπαίες που τις έφερναν μπουλούκια-μπουλούκια για να επανδρώσουν τα κωλάδικα της περιοχής. Έμεναν μια εβδομάδα και μετά εξαφανιζόντουσαν για να τις αντικαταστήσει νέο αίμα.

Από ’κεινο λοιπόν το περίπτερο, που ήταν και το κοντινότερο στο σπίτι μου, ξεκινούσα σχεδόν κάθε απόγευμα τις εξόδους μου. Στάση για τσιγάρα, γέμισμα αναπτήρα, ματιές στα πρωτοσέλιδα και ακρόαση των ιστοριών του Αντρέα, που πάντα κάτι είχε να σου πει. Βγαίνανε και τα «κορίτσα» στολισμένα, στα μπαλκονάκια του χοτέλ και περίμεναν μέχρι να έρθουν να τις παραλάβουν κάτι μισθωμένα ταξί που έκαναν τις διανομές.

Η πόρτα του περιπτέρου ήταν προς το δρόμο περασιά με το κράσπεδο. Την άνοιγε και στεκόταν μισός μέσα, μισός έξω, για να εξυπηρετεί και την πελατεία από την μπροστινή θυρίδα που κοιτούσε στο πεζοδρόμιο. Είχε και κανα-δυο τελάρα στο δρόμο για να μην παρκάρουν και του κλείνουν την πόρτα τα οποία γινόντουσαν πρώτης τάξεως στασίδια για λακριντί και οφθαλμόλουτρο προς το Ολύμπικ.

«Τις βλέπεις; Αυτές αραιώνουνε υφαδιές από τόπια ολόκληρα» μου λέει μια μέρα ο Αντρέας. Είδε πως δεν το κατάλαβα και μου εξήγησε τι εννοούσε:

Το ’68 όταν ήταν τεχνίτης στην Πειραϊκή, έσκασε το σκάνδαλο της κατάχρησης του ταμείου της εταιρείας από τον οικονομικό διευθυντή της. Οι εφημερίδες οργίαζαν ότι ο περί ού ο λόγος έβαλε χοντρό χέρι στο ταμείο και τα ΄φαγε με την πιο μεγάλη φίρμα της εποχής. Με την Ζωζώ. Μια είναι η Ζωζώ. Όταν λοιπόν το σκάνδαλο ξέσπασε η εταιρεία προσπάθησε να καλύψει την χασούρα με κάθε τρόπο. Έτσι λοιπόν μια μέρα, τους μαζεύει ο εργοδηγός και τους λέει:

«Λοιπόν όσοι δουλεύετε στις μηχανές του τεντόπανου, εκείνου του καλού, να πάτε να τις ρυθμίσετε και να μειώσετε τις υφαδιές κατά μια. Από σήμερα και πέρα, δεκάξι υφαδιές στον πόντο!»

Φωτό: Spiros Vathis via Foter.com / CC BY-ND

Όλα είναι ζωντανά εδώ!

Ο Σπύρος ο Ζαγοραίος ήταν ο πρώτος Έλληνας τραγουδιστής που υιοθέτησε την δεκαετία του ’80 το ασύρματο μικρόφωνο στην Αθηναϊκή νύχτα. Για αυτόν ήταν μια κάποια λύση για το πρόβλημα που είχε με το κομμένο του χέρι αλλά από την άλλη η νέα τεχνολογία υπήρξε αφορμή και για πολλά σχόλια από τους θαμώνες των κέντρων που τραγουδούσε.

Βρέθηκαν λοιπόν κάποιοι που είπαν: “Πως γίνεται να τραγουδά κάποιος με μικρόφωνο που δεν έχει καλώδιο; Μήπως έχει μαγνητοφωνημένο το πρόγραμμα;”

Έτσι λοιπόν ο Ζαγοραίος για να ανατρέψει τις φήμες αποφάσισε να κάνει το εξής: Διάλεγε ένα τραγούδι που ξεσήκωνε το κοινό και αφού έλεγε το πρώτο ρεφρέν, άφηνε τους μουσικούς να παίζουν, κατέβαινε από την πίστα, περπατούσε ανάμεσα από τα τραπέζια και εξηγούσε στο κόσμο ότι το μικρόφωνο που κρατά είναι μια νέα τεχνολογία που έφερε από το εξωτερικό λόγω του προβλήματος του.

Για να γίνει μάλιστα πιστευτός στο τεχνοφοβικό κοινό των δυτικών προαστίων, που κατά τα άλλα τον λάτρευε, κάποια στιγμή σταμάταγε μπροστά σε κάποια κυρία και τις έλεγε:
“Να δες κυρία μου, δοκίμασε, πες κάτι και εσύ, να δείξουμε στο κόσμο ότι δεν έχουμε ηχογραφήσει τίποτα. Όλα είναι ζωντανά εδώ!”

Το είχαν δει με τα μάτια μου να το κάνει στο αναψυκτήριο Άκρον, στην Λένορμαν, σε λαϊκή απογευματινή, όπου μπορούσε κάποιος με πεντακόσιες δραχμές και μια γρανίτα να δει τις μεγαλύτερες φίρμες τις εποχής.

Η γάτα δεν πέθανε στο πλύσιμο. Η γάτα πέθανε στο στύψιμο.

Όταν δούλευα, παλιά, στην Βαρβάκειο, στο πατσατζίδικο του Σιδέρη, εμφανιζόταν μερικά βράδια μια μορφή, ένας τύπος βγαλμένος σαν από ταινία του Νίκου Νικολαΐδη, με μια ξεχαρβαλωμένη κιθάρα και έκανε τα σουλάτσα του τραγουδώντας στους νυχτερινούς θαμώνες της Αριστογείτονος.

Περνούσε από τα τρία μαγαζιά που ξενυχτούσαν και ευημερούσαν, καθόταν στο καθένα έξι-εφτά λεπτά από τα οποία τα πρώτα πέντε τα αφιέρωνε στο μουσικό του θέμα και κατόπιν ερχόταν το οικονομικό πρόγραμμα: Χούφτα παρατεταμένη και ότι προαιρείσθε. Ένα τραγούδι έπαιζε όλο κι όλο. Βασικά ούτε τραγούδι. Ένα ρεφρέν ήταν και τρία ακόρντα.

“Η γάτα δεν πέθανε στο πλύσιμο. Η γάτα πέθανε στο στύψιμο.”

Αυτό μόνο. Έπαιζε. Σταματούσε. Έπαιρνε μιαν ανάσα. Άπλωνε το χέρι και περίμενε κάτι να του ρίξεις. Στις περιπτώσεις που κάποιο τραπέζι αδιαφορούσε ως προς τις οικονομικές του απαιτήσεις, δεν κώλωνε, άπλωνε το χέρι και βούταγε καμιά πατάτα, κανένα κεφτέ, αναφωνώντας:

“Θα πεθάνει που θα πεθάνει η γάτα, μην πάει και νηστικιά!”

Κανείς δεν τον μάλωνε. Τους άφηνε πίσω να χαμογελούν και έμπαινε στο επόμενο μαγαζί.