All posts by Paris Koutroumanos

About Paris Koutroumanos

Παιδί του κέντρου της Αθήνας. Σπουδές Πολυτεχνείου. Θέλω καλύτερη Δημοκρατία. Ενίοτε κάνω Videoblogging εδώ: http://youtube.com/assoscoupa • Θα με βρεις επίσης στo Facebook, στο Google+ και στο Twitter

Ψητοπωλείο το “Ιδανικόν”

Το μαγαζί ήταν ΑΕΚ. Κίτρινοι τοίχοι, μαύρες μπορντούρες, δικέφαλοι, κίτρινα καπελάκια και μαύρες ποδιές. Δεξιά από την πόρτα, με το που έμπαινες, σε μια κολώνα, μια ολόσωμη φωτογραφία του Θωμά Μαύρου. Καθόμουν αντίκρυ από την είσοδο και παρατηρούσα κάποιους από τους μυημένους θαμώνες με το που έμπαιναν, έκαναν μισή μεταβολή και σταυροκοπιόντουσαν μπροστά στην φιγούρα του πιο γνωστού επιθετικού, που πέρασε ποτέ από τα Φιλαδέλφεια. Απ’ έξω, είχε ίσα με δεκαπέντε παπάκια που πηγαινοέρχονταν συνεχώς και αδιαλείπτως.

Πίσω από το πάγκο που χώριζε την γεμάτη από κόσμο σάλα με τις ψησταριές και τους γύρους, έξι-εφτά ιδροκοπημένοι ψήστες τύλιγαν με αριστοτεχνικό τρόπο αλλά και μεγάλη ταχύτητα σουβλάκια σε πίτες. Δεξιοτέχνες πραγματικοί. Στην άκρη του πάγκου υπήρχε μια ταμειακή και δίπλα αραδιασμένα καμιά εικοσαριά μακρόστενα χαρτάκια παραγγελίας. Κίτρινα και αυτά. Το τηλέφωνο χτυπούσε δαιμονισμένο. Σερβιτόροι φώναζαν τις παραγγελίες και στριμωχνόντουσαν στον πάγκο, πλάι στα ντελίβερι μπόυζ.

Μπροστά από τα χαρτάκια στεκόταν όρθιος ο έχων το γενικό πρόσταγμα. Τον παρατηρούσα και ήμουν σίγουρος ότι βρισκόταν μέσα σε μια δική του νιρβάνα, κάτι σαν κινηματογραφική αποποίηση του περιβάλλοντος. Δεν πρέπει να έδινε εκείνη την στιγμή σημασία σε τίποτα άλλο. Τα “χαρτάκια” του είχαν αυξηθεί δραματικά και βλέποντας τον καταλάβαινα ότι προσπαθούσε να βρει τρόπο να αντιμετωπίσει πρώτα από όλα τον αμείλικτο χρόνο που περνούσε από την στιγμή λήψης κάθε παραγγελίας.

Έριξε μια τελευταία ματιά στις παραγγελίες και πήρε μια σημαντική απόφαση, που κάθε μάνατζερ θα ζήλευε. Γύρισε προς τους τυλιχτές και τους ψήστες, που είχαν πάρει “φωτιά”, σήκωσε σε οριζόντια θέση το χέρι του και τους κοίταξε. Οι τυλιχτές πάγωσαν, ακίνητοι όλοι. Και οι ψήστες. Τον κοίταξαν με μια ματιά όλο ερωτηματικά. Για κλάσματα του δευτερολέπτου το μαγαζί πάγωσε. Νομίζω, έχω την αίσθηση δηλαδή, ότι ακόμα και ο γύρος έκανε κράτει τις μηχανές του.

Όλοι κρεμόντουσαν από τα χείλη του. Πήρε μιαν ανάσα και τους απευθύνθηκε σταθερά: “Παιδιά… ΠΑΜΕ λίγο σφιχτά!”. Προχώρησε ένα βήμα ακόμα, στριμώχθηκε ανάμεσα σε δύο παλικάρια, πήρε ένα κομμάτι λαδόκολλας, πίτες και όλα τα συμπαρομαρτούντα και βάλθηκε να τυλίγει κι αυτός. Οι τυλιχτές ξανάβαλαν μπρος τα «μοτεράκια» τους, οι ψήστες βάλθηκαν να γυρίζουν πίτες και καλαμάκια στην σχάρα και ο γύρος άρχισε πάλι να περιστρέφεται.

Υ.Γ. αυτήν την μικρή ιστορία την έγραψα εν μέσω καύσωνα (30/6/17-2/7/17)  και την αφιερώνω σε όλους όσους δούλευαν αυτές τις μέρες για να εξυπηρετήσουν όλους τους υπόλοιπους.

«Ο εκτυπωτής».

Η πόρτα από το μικρό καμαράκι που βρισκόταν το εκτυπωτικό μηχάνημα που τυπώναμε τις φωτογραφίες άνοιξε απότομα. Γύρισα, ήμουν μονάχος και τακτοποιούσα τα καρούλια του χαρτιού ανάμεσα σε μυρωδιές από τα χημικά. Στεκόταν στο κατώφλι, ψηλός, αναποφάσιστος και στεναχωρημένος. Δεν τον ήξερα. Μπήκε.

-Εσύ είσαι αυτός που τυπώνει τις φωτογραφίες που πουλάτε στο μαγαζί;

Το μαγαζί, ήτο λαϊκό, έπαιζε καψουροτράγουδα και είχε έδρα σε ένα ημιυπόγειο στην Αχαρνών. Φίρμες τρεις, εκ των οποίων οι δύο άρτι αφιχθείς από την επαρχία. «Έκαναν το αγροτικό τους και ξαναγύρισαν στην πρωτεύουσα» λέγαμε και γελούσαμε. Η τρίτη φίρμα μάζευε τον κόσμο και άνοιγε σαμπανικό, ικανό να βγάλει το μεροκάματο για καμιά σαρανταριά νομαιταίους. Από κοντά και εμείς οι φωτογράφοι. Πληρωμή με το κομμάτι για τους τραβηχτές και μεροκάματο συν ποσοστά στον «εκτυπωτή». Εγώ ήμουν «ο εκτυπωτής».

– Πόσες φωτογραφίες τραβήξατε εχθές; Είχατε πολύ δουλειά;
– Ε… κοιτάξτε εμείς εδώ…
– Πες, μου λέει, μην φοβάσαι, ούτε μπάτσος είμαι, ούτε εφορία. Πόσες;
– Χθες κύριε ήταν Τετάρτη, έκανα διστακτικά. Και τις Τετάρτες δεν έχουμε πολύ δουλειά. Καμιά εικοσιπενταριά τραπέζια είχαμε όλο κι όλο ολόκληρο το βράδυ.
– Λοιπόν… τύπωσέ τες μου όλες!

Καθόμουνα και τον κοιτούσα προσπαθώντας να καταλάβω, τι ήταν, ποιος ήταν, κάπου πήγαινε το μυαλό μου, αλλά «στην νύκτα όλα δουλεύουν πορτοκαλί», που λέει και το τραγούδι, και παρέμενα επιφυλακτικός.

– Θα σε πληρώσω, μου λέει και έβαλε το χέρι στην τσέπη.

Έκανε να το τραβήξει μαζί με το περιεχόμενο και με ένα νόημα τον σταμάτησα. Τον άφησα να συνεχίσει να δω που θα το πάει.

– Κάθε Τετάρτη παραλαμβάνω, κάτω στην αγορά, φορτία από Βουλγαρία. Λείπω από το σπίτι μέχρι αργά κι όταν γυρνώ σπίτι όλα είναι εντάξει. Μια φορά την εβδομάδα. Μα χθες…

Δεν μίλησε άλλο και τον έπιασαν τα κλάματα. Δύο μέτρα άντρας και έκλαιγε.
Εγώ είχα μείνει με ένα καρούλι φωτογραφικό χαρτί στο χέρι. Του έσπρωξα μια καρέκλα και έκατσε.

-Θα τις τυπώσεις; τουλάχιστον να μάθω, να λυτρωθώ!
Δεν ξέρω γιατί αλλά κάτι με έκανε να τον βοηθήσω. Τουλάχιστον ως προς την λύτρωση. Του λέω: «Τις θέλετε σε κοντάκτς;»

– Δεν ξέρω φίλε τι είναι αυτό που μου λες. Είχε ανάψει τσιγάρο και συνέχιζε να κλαίει και να ψελλίζει: Τύπωσέ τες μου όλες. Θέλω να μάθω εάν ήταν εδώ.

Τις τύπωσα όλες. Όση ώρα δούλευα δεν μιλούσε. Ούτε καν σηκώθηκε να κοιτάξει το ρολό που σιγά σιγά ξεπρόβαλε από το μηχάνημα. Όταν τελείωσα, γύρισα και του τις έδωσα. Είχε σταματήσει το κλάμα. Πήρε το ρολό, το άφησε πρώτα να χυθεί όλο στο πάτωμα και κατόπιν το πέρασε ολόκληρο μπροστά από τα μάτια του τυλίγοντας το αργά. Όσο το κοιτούσε είχε την ίδια έκφραση. Μπορεί να μην ήθελε να δώσει στόχο, να καταλάβω ποια έψαχνε. Γιατί για γυναίκα επρόκειτο σίγουρα. Στο τέλος τσάκισε το ρολό βάζοντας το ανάμεσα στις ανοικτές του παλάμες, το έκρυψε μέσα στο σακάκι του και μόνο τότε η όψη του άλλαξε. Δεν έδειχνε ανακουφισμένος. Έδειχνε απλά άνθρωπος χωρίς αμφιβολίες.

Έβαλε ξανά το χέρι στην τσέπη και τράβηξε έξω ένα μάτσο χιλιάρικα.
-Πάρε μου λέει να πιείς, ένα ποτό. Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά και του έσπρωξα τα χρήματα ευγενικά πίσω.

Ποτέ δεν έμαθα και ποτέ δεν κατάλαβα εάν αυτός ο άνθρωπος είχε ανακουφιστεί επειδή είδε αυτό που υποψιαζόταν ή επειδή δεν είδε αυτό που τον είχε κάνει να καταρρεύσει.

.
Photo credit: jinkemoole via Foter.com / CC BY

Τον είχε ξεμυαλίσει!

Έτρωγε κοκκινιστό με πατατούλες τηγανητές και προσπαθούσε να βουτήξει μια σπασμένη φρυγανιά στην σάλτσα. Παρόλο αυτά χαμογελούσε.
Λίγο νωρίτερα την είχε ρωτήσει εάν σήμερα είχε αγοράσει ψωμί. Το είχε ξεχάσει.
«Τι έχεις πάθει τελευταία και όλο ξεχνάς πράγματα» τόλμησε να πει.
«Με έχεις ξεμυαλίσει!» του λέει!
Πήρε μια φρυγανιά ακόμα.

Photo credit: Foter.com

“Δεν είναι για σένα η μοναξιά φίλε”

Αρχές Αυγούστου. Είχα επιλέξει να μην πάω πουθενά. Να μείνω πίσω. Ούτε στην Αθήνα θα πέρναγα καλά, ούτε στο χωριό. Το τηλέφωνο χτυπούσε απανωτά. Απάντησα στα πρώτα τηλεφωνήματα μόνο. “Που είσαι; Γιατί δεν θα έρθεις;” Στον δεύτερο γύρο τηλεφωνημάτων δεν έκανα τον κόπο καν να το σηκώσω. Είχα παραιτηθεί. Δεν ήθελα τίποτα άλλο πέρα από το να μείνω μόνος μου.

Ξυπνούσα, κατέβαινα σε ένα καφενείο που σύχναζαν ναυτικοί που έκαναν το Πάτρα-Μπάρι και τούμπαλιν. Έπινα καφέ, μετά ούζα. Άκουγα ιστορίες καραβίσιες μα δε μιλούσα. Μόνο ρούφαγα. Τσιγάρο, ούζο κι ιστορίες. Ανέβαινα σπίτι κοιμόμουν μια ώρα και ξανάβγαινα στην ζεστή πόλη για βόλτα.

Τα βράδια κατέβαινα στο μόλο. Άνδρες που περπατούσαν αργά με εντολή γιατρού. Γυναίκες δυο-δυο. Φοιτητές πουθενά. Είχα μείνει μόνος. Τύχη και κατάρα μαζί.

Ένα μεσημέρι περπατούσα στην οδό Μαιζώνος. Τον εμπορικότερο δρόμο της Πελοποννήσου. Τα μαγαζιά κλειστά κι η πόλη έρημη. Μου το ΄χαν πει: “Αυτήν την πόλη θα την αγαπήσεις και θα σε παιδέψει ταυτόχρονα.”

Κάποια στιγμή μέσα στην ερημιά ακούω μακρινές μουσικές. Δεν ήξερα από που έρχονταν. Κοίταξα δεξιά-αριστερά. Τίποτα. Στο βάθος άρχισε να φαίνεται η μορφή ενός αστικού λεωφορείου. Η άσφαλτος ανέδυε κύματα ζέστης σαν οπτασία ερήμου. Το λεωφορείο πλησίαζε.  Έφτασε κοντά μου. Άδειο. Μονάχα ο οδηγός. Είχε ανοίξει και τις τρεις πόρτες. Και την μπροστινή του οδηγού. Και την μεσαία, και την πίσω. Στα μεγάφωνα του οχήματος έπαιζε όσο πιο δυνατά μπορούσε ένα τραγούδι. Σκόρπιζε νότες και πόνο. Πέρασε από μπροστά μου με φόρα. Με χτύπησε ένα κύμα αέρα. Αναγνώρισα την φωνή. Κάτι μάγκωσε μέσα μου. Κάτι μου είπε: “Δεν είναι για σένα η μοναξιά φίλε.”

Ανηφόρισα. Έφτασα μέχρι το σπίτι μάζεψα τα πράγματα μου μέσα σε δέκα λεπτά και κατέβηκα στην πλατεία Γεωργίου. Μπήκα στο πρώτο ταξί της πιάτσας. “Φύγε” του είπα και ξεκίνησε.

Ιστορίες από το παζάρι

Στα δυο χιλιάδες πόδια

Πλησιάζω στο πάγκο. Ψάχναμε ώρα για φθηνογκάτζετ. Όλο βρακιά, κουζινικά και μαξιλαροθήκες είχε. Μόνο η σύζυγος σταματούσε. Εμείς είχαμε μαστουρώσει από την τσίκνα που γέμιζε τους διαδρόμους του παζαριού και κοιτάγαμε να βρούμε τραντζίστορς και φακούς επαναφορτιζόμενους. Κάποια στιγμή ο μικρός ανακαλύπτει σε μια γωνία έναν. “Να, έλα, εδώ έχει”. Ο τύπος φορούσε δημοσιογραφικό γιλέκο και δύο ζευγάρια γυαλιά. Ένα στα μάτια, στηριγμένο χαμηλά στη μύτη και ένα ζευγάρι στο κούτελο. Δύο ντόπιοι κοιτούσαν και αυτοί τους φακούς. Σταθήκαμε και εμείς. Τρεις νοματαίοι και ο δικός μου ο πιτσιρικάς αρχίσαμε να πασπατεύουμε τα κινέζικα φακουδάκια.

“Αυτόν να πάρεις”, μου λέει. Τον κοίταξα με ένα βλέμμα ερώτησης για το εάν είναι καλός και ξεκίνησε το ποίημα:

“Αυτός που κρατάς αντέχει δώδεκα ώρες. Να βρέχει, καρέκλες να ρίχνει, θα σου κρατήσει. Τον έχω δώσει και στα ελικόπτερα. Έκαναν αναγνώριση σε πινακίδα αυτοκινήτου από τα δύο χιλιάδες πόδια και μου έστειλαν και sms εκείνη την ώρα να με ευχαριστήσουν. Να φέρω το κινητό να στο διαβάσω.”

Δεν το έφερε, αλλά περίμενε να δει πως θα αντιδράσω. Εγώ απολάμβανα το λογύδριο πώλησης. Κατάλαβε ότι θα ενέδιδα αλλά και ότι ήθελα να ακούσω κι άλλες ιστορίες για φακούς που άντεξαν στην άγρια ζούγκλα.

“Φέρε μια σακούλα να βάλουμε τον φακό στο κύριο. Θα σου δώσω και έναν αντάπτορα για την φόρτιση δώρο.”

Με μια ανθοδέσμη αγκινάρες

Με μια ανθοδέσμη αγκινάρες

Το μαγαζί, ο θεός να το κάνει μαγαζί, ήτο παραλιακό. Βασικά ούτε μαγαζί δεν ήτανε. Μια τροχοβίλα στηριγμένη πάνω σε τέσσερις τσιμεντόλιθους. Ο φωτισμός στο περιβάλλοντα χώρο ερχόταν από μια τεραστίων διαστάσεων μεταλλική κολώνα που στηριζόταν σε μια οκταγωνική βάση από μπετό. Ήταν η τελευταία κολώνα του λιμανιού και η μοναδική πηγή φωτός. Τα τραπεζάκια, κάτι εμαγιέ, πρώην λευκά, ξεφτισμένα. Δύο καρέκλες ίδιες δεν υπήρχαν. Σαν όταν να ξεκίνησε την λειτουργία του το κατάστημα, ο καθένας να έφερε και από μια Continue reading

Αμαρκέ

Στο καφενείο που συχνάζω δουλεύουν πέντε-εξι παλικάρια το ένα καλύτερο από το άλλο. Προχθές μετά τα τσίπουρα, την ώρα του λογαριασμού, πληρώνω… «Πάρε και αυτά δικά σου», και έχοντας το θάρρος στο εν λόγω κατάστημα του λέω: «…και φέρε για το «σβήσιμο» μια μπύρα αμαρκέ.»

-«Τι σημαίνει αμαρκέ;» ρώτησε το παλικάρι, τσικγλίζοντας με για να ακούσει ακόμα μια μικρή ιστοριούλα. Και του απάντησα:

Παλιά, στα μαγαζιά οι σερβιτόροι με το που ξεκινούσαν την βάρδια, πήγαιναν στον πασαδόρο-ταμία του καταστήματος και έδιναν αληθινά χρήματα και τα άλλαζαν με μάρκες. Έδιναν για παράδειγμα πέντε χιλιάδες δραχμές και έπαιρναν αντίστοιχης αξίας μάρκες. Δεν ήταν χοντρές σαν αυτές που έχουν στα καζίνα. Ήταν λεπτές, σαν πένες κιθάρας, χρωματιστές και στρόγγυλες. Κόκκινες του κατοστάρικου, γαλάζιες των πενήντα, λευκές τα δεκάρικα και κίτρινες για τα δίφραγκα. Για να αντιστοιχούν και να ξεχωρίζουν εύκολα με το μάτι στο χρώμα των τότε χαρτονομισμάτων.

Έπαιρνε παραγγελία το σερβιτόρι, προσερχόταν στον πάγκο έπαιρνε τα πιάτα, πλήρωνε σε μάρκες με τιμές «χονδρικής» που ήταν δεκατρία τοις εκατό πιο κάτω και αφού ο πελάτης έτρωγε και ερχόταν η ώρα του λογαριασμού τον πλήρωνε δίνοντας του κανονικά χαρτονομίσματα. Έτσι τα σερβιτόρια στο τέλος της μέρας είχαν ξαναμαζέψει σε πραγματικά χρήματα όσα είχαν δώσει στην αρχή της βάρδιας συν ένα ποσοστό, όπου ήταν και το πραγματικό τους μεροκάματο.

Όταν λοιπόν το μαγαζί ήθελε να κεράσει μια παρέα φώναζε τον σερβιτόρο που είχε το τραπέζι και του λέγε: «Αμαρκέ! Δώσε αυτά στο «Δύο» από το κατάστημα.» Δηλαδή δεν έπαιρνε μάρκα από τον σερβιτόρο. Εξού και η λέξη αμαρκέ, όπου το άλφα στερητικό και απλήρωτο.

Σημείωσης: Από το δεκατρία τοις εκατό που κέρδιζαν τα σερβιτόρια, το τρία έπρεπε να το δώσουν σε εμάς τους βοηθούς, αλλά πολλοί έκαναν την «παλαβή» και μέναμε εμείς οι πιτσιρικάδες με τα φραγκοδρίφραγκα που μπορεί να άφηναν οι πελάτες στα τραπέζια.

Photo credit: usman9 via Foter.com / CC BY

Όσο αναβοσβήνουν τα φέξια

Νοέμβριος του ’95. Κάλυμνος. Έξι ώρα, χαράματα, πέρασα την πόρτα του ξενοδοχείου ζωσμένος με τα πράγματα, που κουβαλούν συνήθως οι εμπορικοί αντιπρόσωποι στα ταξίδια τους και κατευθύνθηκα πεζός για την άλλη άκρη του λιμανιού. Έφτασα έξω από το μικρό φέρυ και με ένα βλέμμα ο ναύτης μου έκανε νόημα. «Ανέβα».

Άφησα την βαλίτσα και ένα σακβουαγιάζ στο αριστερό αποθηκάκι της πλώρης, δίπλα σε κάτι κακομαζεμένους κάβους και ανέβηκα στο σαλόνι. Ήθελα να κάτσω έξω, να απολαύσω το πρώτο φως της μέρας και το μικρό ταξίδι, που θα μου άλλαζε νησί και ανθρώπους, όμως και κρύο έκανε και φυσούσε. Μπήκα. Ας πάρω καφέ είπα και βλέπουμε. Τρεις καλόγριες με κόκκινα Continue reading

Βαρβάκειος αγορά Αθήνας

Ο Τάκης ο Κουδούνας

Το καλοκαίρι του “βρώμικου” ’89, με το που τελείωσαν οι εξετάσεις έπιασα ξανά δουλειά στο μαγέρικο του Σιδέρη. Ημερήσια βάρδια στην λάντζα. Είχα κάνει συμφωνία με την κυρία Τασία να της δουλέψω την άδεια. “Άμα δεν βρούνε αντικαταστάτη δεν θα μου δώκουνε την άδεια. Πες εσύ ότι θα δουλέψεις και έχω κανονίσει να πάρεις ό,τι λεφτά μου δίνουν και εμένα”. Είπα “ναι” και ξεκίνησα. Ακριβώς την επόμενη μέρα των εξετάσεων. Είχα να διαλέξω μεταξύ οικοδομής και μαγέρικου. Νίκησε το μαγέρικο και τα ογδόντα χιλιάρικα μηνιάτικο, που τουλάχιστον θα κερδιζόντουσαν υπό σκιάν.

Την ανθρωπογεωγραφία της κρεαταγοράς την γνώριζα ήδη. Χασαπάκια, μανάβηδες από απέναντι, ψαραγορίτες από τα εσωτερικά της Βαρβακείου και διάφοροι Continue reading

Ο Σαμψών

Ο Σαμψών. Απέξω απ’ το οπλοπωλείο του Καλκατζάκου στην οδό Αθηνάς. Δίπλα από το Δημαρχείο της Κοτζιά. Θυμάμαι τις Κυριακές τα μεσημέρια στα όμορφα χρόνια του ΄70, κόσμος-μιλιούνια σε ένα μεγάλο κύκλο.

Γυρίζαμε εκείνη την ώρα από την «Μουριά». Ένα μικρό καφενεδάκι στο πλάι της Χρυσοσπηλιώτισσας. Μαζευόντουσαν εκεί κάθε Κυριακή πρωί πατριώτες από το χωριό των δικών μου. Μας έπαιρνε ο πατέρας μου και πηγαίναμε. Αρχίζανε αυτοί, τους καφέδες, τα νέα από το χωριό, ποιος αρραβωνιάστηκε, ποιος πέθανε. Για εμάς, γλυκό του κουταλιού. Τσακώνονταν ποιος θα πληρώσει το κερασάκι που παραγγέλναμε. Μετά το ρίχνανε στα ούζα. Και εμείς κλέβαμε ντροπαλά τους μεζέδες. Κατά τη μία φεύγαμε. Ξέραμε όμως πως θα κάνουμε στάση στον Σαμψών.

Έβγαζε στο τέλος κι ένα σκούφο και ρίχναμε δραχμές και δίφραγκα. Αλλά και αυτός ωραίος, έκανε κλήρωση μια σακούλα με μπισκότα, τσιγάρα και παστέλια. Και πως τύχαινε, όλο κάποιος φαντάρος να τα κέρδιζε ή κανένας πολύτεκνος που είχε μπροστά στα πόδια του τα παιδιά του απλωμένα και τον κοιτούσαν όλοι μαζί με μάτια ορθάνοιχτα.

Έδινε την σακούλα, έπαιρνε το χειροκρότημα και εμείς κατηφορίζαμε την Ζήνωνος να προλάβουμε ζεστό το κυριακάτικο φαγητό.

Αυτά φίλε μόνο ραδιόφωνο

Υπάρχει μια κατηγορία τραγουδιών, αυτά που δεν ήθελα να τα έχω στην συλλογή των δίσκων και στο συρτάρι με τις κασέτες μου. Προτιμούσα να τα ακούω μόνο τυχαία. Ήθελα μονάχα η τύχη να τα φέρει πάνω μου. “Αυτά φίλε μόνο ραδιόφωνο!” έλεγα σε έναν παλιό ραδιοφωνικό παραγωγό όταν κάναμε βόλτες με κάτι δανεικά αμάξια και τύχαινε να ακούσουμε κάποιο.

Μια φορά, ανήμερα στα γενέθλεια μου βρέθηκα, μέσα από μια σειρά συμπτώσεων, μαζί του στο studio, στην δίωρη βραδινή εκπομπή του. Έριξετο σήμα και μου είπε: “Αδελφέ, απόψε θα παίξω μόνο τα… εκτός λίστας σου. Εξάλου είσαι στο ραδιόφωνο. Πάρ’το σαν δώρο.”

Σήμερα δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτά τα τραγούδια. Υπάρχει το youtube. Όλο και κάποιο από αυτά θα εμφανιστεί στα προτεινόμενα. Αυτό αποτελεί μια κάποια μετάλλαξη. Από εξόριστα σιγά-σιγά γίνονται προτεινόμενα. Μάλλον μεγαλώνουμε λίγο.

Photo credit: mariateresa toledo via Foter.com / CC BY-NC-ND

Θένκιου φρέντ. Θένκιου

Πριν μέρες βρισκόμουν σε ένα παιδικό πάρτι του σχολείου του γιου μου. Μόλις το πάρτι τελείωσε ένα γονιός ήρθε και με έπιασε: “Θα έρθεις μαζί μου να πάμε να δώσουμε τα φαγητά που περίσσεψαν;” Μετά από λίγο βρεθήκαμε οι δυο μας στην πλατεία Βικτωρίας. Ήταν το προηγούμενο βράδυ από την μέρα που ο Δήμος Αθηναίων μαζί με την αστυνομία άδειασε την πλατεία. Είχαμε ξαναμαζέψει σαν οικογένεια κι άλλες φορές ρούχα και πράγματα αλλά είχε τύχει να μην τα παραδώσω εγώ ο ίδιος, αλλά άλλος δικός μου άνθρωπος.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν ένιωσα ανάμεικτα συναισθήματα. Επιβεβαίωσα πως το όλο θέμα με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες δεν είναι ούτε μαύρο, ούτε άσπρο. Έχει γκρίζες ζώνες πολλές. Και πέρα από αυτές τις γκρι ζώνες δίνει και πολλές ευκαιρίες για σπέκουλα ένθεν κι ένθεν.
Εγώ λοιπόν θα σταθώ στο εξής: Κάποια στιγμή πλησιάζω μια μικρή ομάδα: “Φούντ;”, τους ρωτάω με τα άπταιστα αγγλικά μου. “Ντου γιου γουόντ φούντ;” συνεχίζω. Σηκώθηκε ένα παλικάρι από μια βρώμικη κουβέρτα, κοίταξε το κουτί που κρατούσα, πήρε ένα τυροπιτάκι, έβαλε το δεξί χέρι στην καρδιά του, με κοίταξε και μου είπε και αυτός στα ίδια αγγλικά με τα δικά μου:

“Θένκιου φρέντ. Θένκιου”

Αυτό το “θενκιού” δεν νομίζω να το ξεχάσω ποτέ. Και όσο κι αν ακούω από δεξιά και αριστερά μαυρίλες ή μανιπουλάρισμα, αυτό το θενκιού θα μου θυμίζει πως ότι και εάν συμβαίνει γύρω μας η ανθρωπιά θα παραμένει το πιο δυνατό συναίσθημα.Και φυσικά δεν μιλώ για την ανθρωπιά την δική μου. Σιγά το πράγμα που έκανα. Μιλάω για αυτό που ήθελε αυτός να προσφέρει.