Ψητοπωλείο το “Ιδανικόν”

Το μαγαζί ήταν ΑΕΚ. Κίτρινοι τοίχοι, μαύρες μπορντούρες, δικέφαλοι, κίτρινα καπελάκια και μαύρες ποδιές. Δεξιά από την πόρτα, με το που έμπαινες, σε μια κολώνα, μια ολόσωμη φωτογραφία του Θωμά Μαύρου. Καθόμουν αντίκρυ από την είσοδο και παρατηρούσα κάποιους από τους μυημένους θαμώνες με το που έμπαιναν, έκαναν μισή μεταβολή και σταυροκοπιόντουσαν μπροστά στην φιγούρα του πιο γνωστού επιθετικού, που πέρασε ποτέ από τα Φιλαδέλφεια. Απ’ έξω, είχε ίσα με δεκαπέντε παπάκια που πηγαινοέρχονταν συνεχώς και αδιαλείπτως.

Πίσω από το πάγκο που χώριζε την γεμάτη από κόσμο σάλα με τις ψησταριές και τους γύρους, έξι-εφτά ιδροκοπημένοι ψήστες τύλιγαν με αριστοτεχνικό τρόπο αλλά και μεγάλη ταχύτητα σουβλάκια σε πίτες. Δεξιοτέχνες πραγματικοί. Στην άκρη του πάγκου υπήρχε μια ταμειακή και δίπλα αραδιασμένα καμιά εικοσαριά μακρόστενα χαρτάκια παραγγελίας. Κίτρινα και αυτά. Το τηλέφωνο χτυπούσε δαιμονισμένο. Σερβιτόροι φώναζαν τις παραγγελίες και στριμωχνόντουσαν στον πάγκο, πλάι στα ντελίβερι μπόυζ.

Μπροστά από τα χαρτάκια στεκόταν όρθιος ο έχων το γενικό πρόσταγμα. Τον παρατηρούσα και ήμουν σίγουρος ότι βρισκόταν μέσα σε μια δική του νιρβάνα, κάτι σαν κινηματογραφική αποποίηση του περιβάλλοντος. Δεν πρέπει να έδινε εκείνη την στιγμή σημασία σε τίποτα άλλο. Τα “χαρτάκια” του είχαν αυξηθεί δραματικά και βλέποντας τον καταλάβαινα ότι προσπαθούσε να βρει τρόπο να αντιμετωπίσει πρώτα από όλα τον αμείλικτο χρόνο που περνούσε από την στιγμή λήψης κάθε παραγγελίας.

Έριξε μια τελευταία ματιά στις παραγγελίες και πήρε μια σημαντική απόφαση, που κάθε μάνατζερ θα ζήλευε. Γύρισε προς τους τυλιχτές και τους ψήστες, που είχαν πάρει “φωτιά”, σήκωσε σε οριζόντια θέση το χέρι του και τους κοίταξε. Οι τυλιχτές πάγωσαν, ακίνητοι όλοι. Και οι ψήστες. Τον κοίταξαν με μια ματιά όλο ερωτηματικά. Για κλάσματα του δευτερολέπτου το μαγαζί πάγωσε. Νομίζω, έχω την αίσθηση δηλαδή, ότι ακόμα και ο γύρος έκανε κράτει τις μηχανές του.

Όλοι κρεμόντουσαν από τα χείλη του. Πήρε μιαν ανάσα και τους απευθύνθηκε σταθερά: “Παιδιά… ΠΑΜΕ λίγο σφιχτά!”. Προχώρησε ένα βήμα ακόμα, στριμώχθηκε ανάμεσα σε δύο παλικάρια, πήρε ένα κομμάτι λαδόκολλας, πίτες και όλα τα συμπαρομαρτούντα και βάλθηκε να τυλίγει κι αυτός. Οι τυλιχτές ξανάβαλαν μπρος τα «μοτεράκια» τους, οι ψήστες βάλθηκαν να γυρίζουν πίτες και καλαμάκια στην σχάρα και ο γύρος άρχισε πάλι να περιστρέφεται.

Υ.Γ. αυτήν την μικρή ιστορία την έγραψα εν μέσω καύσωνα (30/6/17-2/7/17)  και την αφιερώνω σε όλους όσους δούλευαν αυτές τις μέρες για να εξυπηρετήσουν όλους τους υπόλοιπους.