Χρόνης Μίσσιος

Λίγα λόγια από εμένα: Τον γνώρισα μέσα από το βιβλίο του Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς (1985 Εκδ. Γράμματα) όταν ήμουν πρωτοετής φοιτητής το 1990 στην Πάτρα. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1997 στη Ορεστιάδα, όντας  φαντάρος πέτυχα το Χαμογέλα ρε τι σου ζητάνε (1988 Εκδ. Γράμματα) στο μοναδικό αλλά έρημο από πελάτες μεγάλο βιβλιοπωλείο της  κεντρικής πλατείας. Ναι είχα την τύχη σαν γενιά και σαν άνθρωπος να διαβάζω ένα τέτοιο βιβλίο μέσα σε ένα στρατόπεδο περιτριγυρισμένος από αμόρφωτους πεζικάριους καραβανάδες που σε άλλες εποχές μπορεί και να με είχαν στείλει σε εξορία. Αλλά βλέπεις δεν “ενδιέφεραν” πλέον τέτοια βιβλία. Εμένα πάντως με ταρακούνησαν. Όχι τόσο για την ρομαντική πλευρά του αγώνα και της επανάστασης, αλλά για την ρεαλιστική απόδοση των εννοιών που περιέγραφαν: Κόμμα, Ολομέλεια, Φυλακές, Ανθρωποφύλακες, φίλιοι, συναγωνιστές όλα δοσμένα μέσα από τον καθρέπτη της αμείλικτης αλήθειας. Πριν από λίγες ώρες κάποιος από τους “φίλους μου” στο facebook έκανε i Like την Σελίδα του Μίσσιου και είπα:  Κοίτα να δεις ο Μίσσιος στο Facebook ! Η διαδικτυακή μου περιέργεια με έφερε στην παρακάτω συνέντευξη που πήρε από τον Μίσσιο ο Στέλιος Κούλογλου για τις ανάγκες της εκπομπής της 16-11-2006. Διαβάστε την και δείτε το πόσο επίκαιρη είναι ακόμα και σήμερα. Κόμματα, Αγώνες, ΚΚΕ, ΠΑΣΟΚ, Δεξιά και η Γενιά του Πολυτεχνείου  όλα ακόμα σε πρώτο πλάνο προσπαθούν να κρατήσουν μάταια την αίγλη τους. Σας την παραθέτω αναδημοσιεύοντας την.


Χρόνης Μίσσιος
Χρόνης Μίσσιος


Η παρακάτω συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου πάρθηκε από τον Κούλογλου Στέλιο για τις ανάγκες τις εκπομπής Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα με θέμα : Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ – Μέρος 3ο: Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών

Χρόνης Μίσσιος – (Συγγραφέας – Μέλος ΠΑΜ)

Με  υπογράμμιση είναι η ερωτήσεις από Σ. Κούλογλου.

Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όλοι μιλούσαν για την δικτατορία από το 67 και όμως όλοι πιαστήκανε απροετοίμαστοι. Εσείς ήσασταν τότε στην 5μελή Γραμματεία της Νεολαίας Λαμπράκη αν δεν κάνω λάθος;

Ναι. Ήμουνα στην Γραμματεία και κρατούσα την οργανωτική δουλειά. Ενώ βρισκόμασταν πραγματικά μπροστά σε ένα κίνημα πάρα πολύ μαζικό αυτές τις περίφημες εξήντα μέρες τότε στην σύγκρουση με το παλάτι του γέρου του Παπανδρέου και υπήρχαν πάρα πολλά σημάδια για δικτατορία, εμείς γενικώς η αριστερά βρεθήκαμε απροετοίμαστοι. Και αυτό δεν ήταν τυχαίο.


Μετά την ήττα ήμασταν υποχρεωμένοι κάθε μέρα να δίνουμε εξετάσεις νομιμότητας σε ένα παρακράτος που παραβίαζε τα πολιτικά, τα συνταγματικά, τα ατομικά μας δικαιώματα και λοιπά. Τρομοκρατούσε τον κόσμο και τα ρέστα.


Και όταν ακόμα σκεπτόμασταν τον κίνδυνο της δικτατορίας και σκεπτόμασταν ξέρω εγώ κάποιο καταφύγιο, κάποια υποδομή σε τέτοια περίπτωση, να έχουμε κάποιο υλικό, έναν πολύγραφο να βγάλουμε εφημερίδα, ένα παράνομο τυπογραφείο και λοιπά, πάντα μπροστά μας βρισκότανε το δίλημμα και αν το ανακαλύψουν τινάζουμε στον αέρα όλη την πολιτική μας. Όλη την προσπάθεια να αποδείξουμε ότι είμαστε νόμιμοι. Αυτό λοιπόν βρήκε πραγματικά όχι απροετοίμαστη απλώς, παράλυτη την αριστερά.


Και ταυτόχρονα μέσα σε αυτό το κλίμα ο προβληματισμός για τον άμεσο κίνδυνο της δικτατορίας δεν μπορούσε να προχωρήσει μέσα στον πολύ κόσμο, υπήρχε ένας εφησυχασμός ότι τελικά ξέρω εγώ μπορεί να επιβάλλαμε μια δημοκρατική λύση στην ελληνική κοινωνία, ότι οι Αμερικανοί δεν θα τολμήσουν τελικά να κάνουν δικτατορία στην Ελλάδα και όλα αυτά. Έτσι ήταν ταυτόχρονα και κεραυνός εν αιθρία. Εγώ εκείνη την μέρα είχα φύγει νωρίς από το γραφείο, γιατί έπρεπε να σηκωθώ πρωί να ταξιδέψω στο Βόλο, τότε πηγαίναμε με τις συγκοινωνίες, με τα λεωφορεία και λοιπά, δεν είχαμε ούτε Ι.Χ., ούτε αυτά που έχουν σήμερα τα κόμματα και οι άνθρωποι, γιατί θα μιλούσε την επομένη ο μακαρίτης ο Ηλίας ο Ηλιού και έπρεπε να οργανώσω την περιφρούρηση, γιατί σε κάθε συγκέντρωση υπήρχε κίνδυνος να μας κτυπήσουν οι οργανωμένοι τραμπούκοι, το παρακράτος δηλαδή. Και κοιμήθηκα νωρίς.


Κατά στις 4:00 η ώρα με ξυπνάει η Ρηνιώ και βλέπω από πάνω μου τον Τάκη τον Μπενά τον Γραμματέα της Νεολαίας Λαμπράκη. Του λέω τι συμβαίνει; Μου λέει «σήκω και φύγε, τάνκς έχουν κατέβει στην Ομόνοια δεν ξέρουμε τι συμβαίνει ακόμα αλλά καλού κακού». Σηκώθηκα πραγματικά έφυγα. Είχα και έχω μία πολύ καλή φίλη παιδίατρο την Άννα την Μεταξωτού Μαυρομάτη. Σε αυτήν κατέφυγα και με πήγε σε ένα σπίτι όπου έμενε μία μοναχική ηλικιωμένη γυναίκα. Κάπου την βόλεψε και με έβαλε στην παράγκα της. Ήταν ένα σπίτι εκεί έξω στα προάστια στην Κηφισιά και λοιπά.  Αυτή η γυναίκα επειδή ήταν πολύ ηλικιωμένη και ήθελε να κάνει το ζεστό της και τα ρέστα, είχε ένα ηλεκτρικό μπρίκι από αυτά που έχουν από κάτω το θερμαντικό και είχε ένα καλώδιο πάρα πολύ μακρύ, γιατί η πρίζα ήταν μακριά από το κρεβάτι της, για να κάνει το ζεστό της.


Η πρώτη μου αντίδραση όταν μπήκα μέσα και είχε αρχίσει να ξημερώνει ήταν να κρύψω το καλώδιο, διότι σκέφθηκα ότι εάν με ανακάλυπταν δεν ήθελα να με κρεμάσουν, ήθελα να σκοτωθώ. Είναι μία αντίδραση την οποίαν ακόμα σκέπτομαι μέχρι σήμερα. Και είναι εντελώς περίεργη. Θέλω να σου πω ότι ο άνθρωπος που συμμετέχει σε τέτοιου είδους ιστορίες είναι υποχρεωμένος κάθε στιγμή να υπερβαίνει τον εαυτό του. Δηλαδή έφθασα σε ένα σημείο να επιλέξουν τον θάνατό μου εκείνη την στιγμή. Ήταν τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα μπροστά μου ότι πήγαινα και για θάνατο. Πήγαινα σε μία σύγκρουση η οποία ήταν θανατηφόρα.


Ευτυχώς για μένα αυτό το συναίσθημα δεν το ένοιωσα για πρώτη φορά, γιατί στα 16 μου χρόνια ήμουνα καταδικασμένος σε θάνατο στον εμφύλιο πόλεμο και μας είχαν κλεισμένους εκεί στα μπουντρούμια του Γεντικουλέ, όπου παίρνανε κάθε πρωί και σκοτώνανε και τον γνώριζα αυτόν τον φόβο του θανάτου.

Εκείνη την εποχή που συμβαίνουν αυτά τα γεγονότα στο μαζικό κίνημα και η σύγκρουση της Ένωσης Κέντρου με το παλάτι, το παλάτι έχει λυσσάξει εναντίον της Νεολαίας Λαμπράκη και πιέζει τον Γεώργιο Παπανδρέου να την διαλύσει. Συζητήσεις στην Βουλή, άρθρα στις εφημερίδες, κακό, γίνεται χαμός. Δηλαδή αν κάποιος ιστορικός εκείνη την εποχή μελετήσει τον Τύπο θα πει, ρε παιδί μου, τι ήταν αυτό το πράγμα η νεολαία Λαμπράκη. Τόσο φοβερό πράγμα ήταν; Ήταν πραγματικά όμως κάτι πολύ σημαντικό για το κίνημα της νεολαίας εκείνης της εποχής.


Βαλθήκανε λοιπόν να μας διαλύσουν και τα πράγματα ήταν επικίνδυνα. Εγώ λοιπόν κρατούσα την οργανωτική δουλειά και ο μακαρίτης ο Μπάμπης ο Θεοδωρίδης ήτανε γραμματέας της Αθήνας της Νεολαίας. Και αποφασίσαμε να έχουμε ένα ραντεβού κρεμασμένο στο μέλλον. Εάν συμβεί κάτι και σωθούμε εγώ θα ανεβαίνω τον τάδε δρόμο αυτός θα κατεβαίνει για να ανταμώσουμε. Είχαμε δηλαδή περάσει περίπου σε μισοπαρανομία. Αλλά όχι για το φόβο της δικτατορίας, αλλά για την διάλυση της νεολαίας Λαμπράκη είχαμε αποφασίσει να μην συλληφθούμε εμείς επ’ αυτοφώρω, να περνάμε στην παρανομία για να συνεχίσουμε την δουλειά της Νεολαίας Λαμπράκη.


Όταν λοιπόν γίνεται η 21η Απριλίου την επομένη μέρα το απόγευμα βγαίνω, δεν ξέρουμε τίποτα τι συμβαίνει και τα ρέστα, είναι και πρώτη μέρα. Βγαίνω και πάω σε αυτό το ραντεβού. Και πραγματικά σε λίγο βλέπω τον Μπάμπη να κατεβαίνει από απέναντι. Λέω είμαστε δυο, έχουμε σωθεί δυο. Αυτό ήταν πάρα πολύ σημαντικό. Έτσι αρχίσαμε σιγά – σιγά την δουλειά να βρίσκουμε και άλλους, να συναντιόμαστε να κάνουμε τις πρώτες τριάδες, να προσπαθούμε να βοηθήσουμε τα κτυπημένα σπίτια, τα ορφανεμένα. Να οργανώσουμε ομάδες αλληλεγγύης. Να οργανώσουμε σπίτια για να μπορούμε να αποφύγουμε την σύλληψη και λοιπά.


Με το Μίκη πότε ανταμώνετε;

Ο Μίκης είναι ένας καταπληκτικός τύπος. Δεν είναι μόνον ένας μεγάλος δημιουργός, αλλά θα μπορούσα να πω ότι η αντίδρασή του είναι μία ατάκα και πάντα θα βρει την σωστή ατάκα. Δεν μπορεί να μείνει μπροστά σε ένα γεγονός που θα τον συγκινήσει και να μην απαντήσει αμέσως. Ήταν από τους μόνους, εκτός από εμάς που διασωθήκαμε της υψηλής καθοδήγησης, που αμέσως βγήκε και έψαξε να βρει συνεργάτες να οργανώσει την αντίσταση. Και ήταν ο μόνος που μέσα σε αυτές τις συνθήκες έγραψε και έστειλε μήνυμα στο εξωτερικό.


Και επίσης ήταν ο μόνος που όταν ανταμώνουμε στην Παξών 6 την ημέρα ή την παραμονή του Πάσχα, δηλαδή πέντε μέρες μετά την δικτατορία και ιδρύουμε το Πατριωτικό Μέτωπο, μέσα σε αυτές τις πέντε μέρες κατάφερε να μας φέρει να γράψει και μία εισήγηση σαράντα σελίδων. Σκέψου πόση αγωνία κουβαλούσε κάθε ώρα, πόσο φόβο, πόση ανασφάλεια, και αυτός εκεί έκανε την δουλειά του. Είναι τρομακτικός τύπος. Εν πάση περιπτώσει γνωστός είναι, ας μην του δίνω και εγώ, τα παίρνετε επάνω του. Ανταμώνουμε λοιπόν εκεί.


Θέλω να μου πείτε λίγο πώς βρεθήκατε.


Και ιδρύουμε το Πατριωτικό Μέτωπο, με συνδέσμους. Επισήμανε που ήταν ο ένας, που ήταν ο άλλος, σιγά-σιγά βρισκόμασταν. Άμα ψάξεις βρίσκεις, τι να σου πω τώρα. Στελέχη ήμασταν όλοι, γνωστοί ήμασταν μεταξύ μας δηλαδή. Φθάνουμε λοιπόν στην Παξών 6 πέντε Ήταν να έρθουν και άλλα παιδιά δεν μπόρεσαν να έρθουν. Τα μέτρα ασφαλείας ήταν πολύ άγρια και τρομερά.


Θυμάμαι το σπίτι που συνεδριάζαμε και ιδρύσαμε το Πατριωτικό Μέτωπο ήταν απέναντι στο νοσοκομείο της Αεροπορίας και από κάτω ήταν αεροπόροι, φρουρές και τα τέτοια, και όμως περάσαμε. Εκεί λοιπόν φθάσαμε, κατορθώσαμε να φθάσουμε πέντε. Ήταν ο Μίκης, ήτανε ο Γιώργος ο Βότσης, ήτανε ο Θέμης ο Πανούσης, ήτανε ο Αριστείδης ο Μανωλάκος, και εγώ. Εκεί συζητήσαμε διάφορα πράγματα. Πέσανε διάφορες προτάσεις στη συζήτηση από εάν θα ξεκινήσουν ένοπλα αγώνα, μορφές πάλη δηλαδή γενικώς. Εάν θα καθαιρέσουμε την ηγεσία του κόμματος, η οποία αποδείχθηκε για άλλη μια φορά ανίκανη και να αναλάβουμε εμείς την ηγεσία του κόμματος και λοιπά. Τέλος πάντων.


Σε αυτή την συνεδρίαση υπάρχει κάτι που ο Μίκης δεν το λέει σωστά. Αλλά δεν θα το πω, το ξέρουμε εμείς οι άλλοι οι υπόλοιποι τέσσερις που ήμασταν εκεί. Και δεν θα το πω γιατί δεν έχει και καμία ουσιαστική σημασία. Αφορά την υποκειμενική μας στάση και άποψη εκείνη την στιγμή. Εκεί λοιπόν ιδρύσαμε το Πατριωτικό Μέτωπο, κατανείμαμε την δουλειά και ξεκινήσαμε. Στην πορεία βρήκαμε και τους άλλους, τον Κώστα τον Φιλίνη, τον Τάκη τον Μπενά, άλλα στελέχη από δω και από κει και άρχισε βέβαια η ανασυγκρότηση των οργανώσεων και η δράση τους.


Εγώ κατάφερα να μείνω έξω μέχρι τον Νοέμβριο. Τον Νοέμβρη μήνα έπεσα σε ενέδρα σε έναν δρόμο εκεί στην Κυψέλη μαζί με τον σύνδεσμο μου την Πόπη την Καμάρα και συλλαμβάνομαι. Ήταν μία γιάφκα ημιυπόγεια όπου έμεινε μέσα ένας συνεργάτης μου και μου είχε σπάσει ένα ραντεβού. Και εγώ αγωνιούσα να τον βρω να συνεχίσουμε την δουλειά. Πήγα λοιπόν στο σπίτι του, όπως ήταν νύχτα το σύνθημά μας ήταν ένα λευκό χαρτί να βγαίνει κάτω από την πόρτα. Έβγαινε λίγο φως και κοντοστάθηκα και όπως ήταν τα παντζούρια πάνω από το πεζοδρόμιο τα κτύπησα έτσι με το χέρι μου. Αυτοί είχαν ζωσμένο το σπίτι, τον είχαν πιάσει και είχαν ζωσμένο το σπίτι, σου λέει κάποιος θα έρθει.


Με πιάσανε, πήγα μέσα, άρχισαν τα γνωστά οι ανακρίσεις και τέτοια. Μου λέει ο Λάμπρου «εδώ είσαι;» μου λέει. Λέω που θέλεις να είμαι. Μα στην Θεσσαλονίκη, λέει, σε ζητάνε, επειδή εγώ ήμουνα Θεσσαλονικιός και σου λέει που θα πάει αυτός τώρα δικτατορία σου λέει θα φύγει για την πατρίδα του που ξέρει και τα κόλπα και την πόλη και τα τέτοια και λοιπά και με ψάχνανε στην Θεσσαλονίκη. Του λέω εδώ είμαι. Και που έμεινες, μου λέει, τόσο καιρό; Στα παγκάκια, του λέω. Γέλαγε και αυτός.


Στην Ασφάλεια στην Μπουμπουλίνας δεν με κτυπήσανε καθόλου. Είχαν πάρει πληροφορίες από την Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης. Και αυτοί τους είπανε ότι από πιτσιρικάς είναι στα χέρια μας. 16 χρονών ήταν μελλοθάνατος, 13 χρονών αντάρτης, εξορίες, φυλακές, έχει περάσει συνέχεια από τα χέρια μας. Ποιος ξέρει τι του είπανε και μου λέει ο μακαρίτης, ο Μπάμπαλης ήταν, ο Μάλλιος. Μου λέει, ρε συ, η Ασφάλεια της Θεσσαλονίκης λέει τα καλύτερα λόγια για σένα ότι είσαι καλό παιδί. Γιατί εγώ δεν τους έκανα ποτέ ξέρεις ψευτομαγκιές, ήμουνα σοβαρός μαζί τους. Δηλαδή τους έλεγα απόψε θα φύγω γιατί έχω ραντεβού, έχω κομματική δουλειά και τους έφευγα. Καταλαβαίνεις; Δεν τους έβριζα και αυτοί με εκτιμούσαν.


Εκτός αυτού εκείνη την εποχή η παρακολούθηση δεν ήτανε μυστική παρακολούθηση. Δηλαδή εγώ έβγαινα το πρωί από το σπίτι μου είχα τέσσερις χαφιέδες οι οποίοι με ακολουθούσαν από πίσω. Σε όποιο γραφείο έμπαινα, όποιος άνθρωπος με χαιρετούσε σταματούσαν του παίρνανε τα στοιχεία, την ταυτότητα και τα τέτοια και λοιπά. Σαββατοκύριακα πηγαίναμε ξέρω εγώ εκδρομές με την Νεολαία και λοιπά, ερχότανε καμιά φορά και μου λέγανε, «ρε Χρόνη, πες μας που θα πάτε εκδρομή να πάρουμε και εμείς τα κορίτσια μας να έρθουμε μαζί». Κατάλαβες; «Μην χάσουμε, να κάνουμε και εμείς κανένα μπάνιο», και τους έλεγα θα πάμε εκεί αλλά θα είστε εντάξει. Εντάξει απομακρυσμένοι αυτοί, μακριά ήτανε. Τέτοια σχέση. Τέλος πάντων.


Ήρθε η Ασφάλεια της Αθήνας της Μπουμπουλίνας, μένω ένα μήνα στην απομόνωση. Είμαι μόνος μου, δεν ξέρουν και τι να με κάνουν. Και κάποια στιγμή με στέλνουν στο Αβέρωφ σαν υπόδικο. Από το Αβέρωφ, ενώ είμαι στου Αβέρωφ δύο χρόνια πιάνουν μια ομάδα στον Πειραιά από πιτσιρικάδες, τους βασανίζουν άγρια και τους λένε ποιον είχατε καθοδηγητή, «τον Χρόνη». Ο Κουβάς τότε διοικητής του Πειραιά, αυτόν τον φάγανε με υγραέριο, ένας τύπος σαδιστής του κερατά, ήθελε να κάνει επιτυχία σε σχέση με την Μπουμπουλίνας η οποία με έπιασε και απλώς με πήγε φυλακή. Και έρχονται λοιπόν και με απαγάγουν ουσιαστικά από την φυλακή, με πάνε στην Ασφάλεια του Πειραιά όπου μου σπάνε κάποια δόντια, αυτά, ξέρω εγώ.


Γίνονται όσα γίνονται εκεί, στο τέλος μου λέει ο Κουβάς με κάλεσε μέσα να κουβεντιάσουμε. Εν τω μεταξύ ο σταθμός απέξω πρέπει να λέει ότι με έχουν πάρει από το Αβέρωφ και με έχουν στην Ασφάλεια του Πειραιά. Με καλεί λοιπόν ο Κουβάς και μου λέει «εντάξει, ρε Χρόνη, ξέραμε ότι δεν θα βγάλουμε τίποτα, αλλά σε δείραμε για λόγους αρχής». Του λέω ωραίες αρχές έχεις μα τις θυμηθείς, του λέω,  μεθαύριο.


Εν τω μεταξύ από το Αβέρωφ όταν με παίρνουν για την Ασφάλεια του Πειραιά, να δεις καμιά φορά πόσο έξω πέφτουμε με τους ανθρώπους, είναι ένα τζιπ και είναι δύο χαφιέδες και ο σοφέρ. Με παίρνουν λοιπόν, παίρνω μία κουβέρτα εγώ χειροπέδες, κάθομαι στο τζιπ ένας δεξιά ένας αριστερά και μπροστά να οδηγεί ο σοφέρ, ο οποίος κάθε λίγο και λιγάκι με κοιτάει από το καθρεφτάκι. Αυτό είναι το πρόβλημά τους για αυτό είναι και εντελώς ειδεχθή πλάσματα. Καταλαβαίνεις. Προσπαθούν να σπάσουν έναν άνθρωπο. Και όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να κοιταχτεί, με περηφάνια στον καθρέπτη της αξιοπρέπειάς του είναι χαμένος. Δεν, καταλαβαίνεις, αυτό ήταν το … Τι πληροφορίες τώρα και κολοκύθια, την κάναμε τώρα δηλαδή πέντε προκηρύξεις που σκορπούσαμε ή καμιά κροτίδα που έσκαγε στο μαγνητόφωνο, αυτός ήταν ο κίνδυνος;


Τι πληροφορίες να πάρουμε, είχανε κανέναν ένοπλο αγώνα και τα ρέστα; Σαδιστές του κερατά, ήθελαν να σπάσουν τους ανθρώπους, να τους τρομοκρατήσουν και όλα αυτά. Τέλος πάντων. Στο τζιπ λοιπόν μέσα όπως πηγαίνουμε τώρα για την Ασφάλεια ο οδηγός ένας τύπος λαμπρός, μία φυσιογνωμία εντελώς εγκληματική, ο οποίος με κοιτάει συνέχεια από το καθρεπτάκι. Λέω εγώ, ρε τον πούστη, σίγουρα είναι βασανιστής και με μετράει. Πάμε στην Ασφάλεια συμβαίνουν όσα συμβαίνουν, με κτυπούν από δω, από κει, το ένα το άλλο, αυτόν δεν τον βλέπω πουθενά, δεν παίρνει μέρος. Αντίθετα, θα σου πω για αυτό και μετά θα σου πω κάτι άλλο για να δεις ότι παντού υπάρχει ο άνθρωπος.


Όταν τελειώνει η ιστορία από την Ασφάλεια και με γυρίζουν πίσω στην φυλακή είναι ο ίδιος ο οδηγός. Σταματάει το τζιπ έξω από την πόρτα, κατεβαίνουν οι δυο χαφιέδες και σκύβω εγώ μέσα να πάρω την κουβέρτα μου. Γυρίζει και με λέει «γεια σου, ρε λεβέντη, να πας στο καλό, (…) τους την μάνα τους». Και εγώ τον θεώρησα βασανιστή. Καταλαβαίνεις;


Με είχαν δέσει σε μία καρέκλα, η οποία απείχε πολύ λίγο από το τοίχο και ήταν αραδιασμένοι οι χαφιέδες και περνούσαν ένας – ένας και με κτυπούσαν στο σαγόνι και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να κάνει διάφορα γκελ το κεφάλι μου στον τοίχο πίσω. Είναι ένα βασανιστήριο να σου φέρει διάσειση, να σε ζαλίσει. Σε αυτή την ομάδα ήτανε ένας τύπος, τον θυμάμαι ακόμα ρε παιδί μου, είχε ένα χλωμό δέρμα, ίσια μαλλιά και μία μύτη μυκηναϊκή, ο οποίος έπαιρνε φόρα να με κτυπήσει και άγγιζε το σαγόνι μου λες και πέρναγε πούπουλο. Και εγώ μέσα σε όλα αυτά τα κτυπήματα και τα ρέστα τον κοίταζα και σκεπτόμουνα πόση προσπάθεια, πόση άσκηση έχει κάνει αυτός ο άνθρωπος για να κατορθώσει αυτό το πράγμα. Κατάλαβες; Να προσποιείται ότι κτυπάει έναν άνθρωπο και να μην τον κτυπάει.


Θέλω να πω ότι παντού και πάντα θα βρεθεί και ο άνθρωπος και στα πιο μαύρα σκοτάδια της απελπισίας και της αγωνίας. Από την άλλη πολύ σωστά λέει ο λαός μην του τύχει του ανθρώπου, μην του δώσει ο Θεός όσα μπορεί να αντέξει. Το πόσα μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος είναι κάτι τρομακτικό, παιδιά. Δεν έχει όρια η αντοχή του ανθρώπου. Δείτε τον Παναγούλη. Όποιος έχει περάσει από βασανιστήρια και αυτά καταλαβαίνει τι φοβερός άνθρωπος, τι ηρωική μορφή ήταν αυτός ο άνθρωπος να αντέξει όλα αυτά τα βασανιστήρια και όχι να μην υποκύψει, να τους επιτίθεται συνεχώς.


Εσείς μαθαίνατε για τον Παναγούλη στην φυλακή;


Πως δεν μαθαίναμε. Γυρίζω λοιπόν πάλι στο Αβέρωφ, δεν ξέρουν τι να με κάνουν. Γράφει η «Μόντ» ότι έχει συλληφθεί και ο Μίκης, ήμασταν μαζί στην φυλακή. Και έγραφε η «Λε Μόντ» ότι ετοιμάζουν να μας πάνε τους δυο μας στην Διοίκηση σαν μέλη του Πατριωτικού Μετώπου, οι άλλοι δεν είχαν συλληφθεί ακόμα. Κάτι σκηνοθετούσε η Ασφάλεια, κάτι ήθελα να πετύχει σε αυτή την ιστορία, τελικά φαίνεται ότι δεν της βγήκε και τα παράτησε.


Έτσι φθάνω μόνος μου στο Στρατοδικείο με την κατηγορία του ιδρυτικού μέλους Πατριωτικού Μετώπου και τέτοια. Συγκρότηση παρανόμων οργανώσεων και 509 και τρέχα γύρευε και όλα αυτά τα πράγματα. Δεν με άφησαν ούτε να απολογηθώ. Σηκώθηκα, μόλις άρχισα να απολογούμαι «κάτσε κάτω». Τέλος πάντων μου ρίχνουν 18 χρόνια φυλακή και αράζω πάλι, στο παλιό τσανασίρι που λένε, ξανά φυλακή. Και πάλι επώδυνη φυλακή, γιατί δεν μας αρκούσε το ότι ξαναβρεθήκαμε στην κοιλιά του κύματος, έπρεπε να φαγωνόμαστε κιόλας μεταξύ μας. Να η 12η Ολομέλεια, να η  … Ολομέλεια.


Οι κομουνιστές επειδή ανήκουν στις πληθυσμιακές ομάδες των φανατικών όταν διαφωνούν μεταξύ τους είναι χειρότερα από τους παπάδες, πολύ χειρότερα. Το τι βγαίνει από μέσα τους δεν λέγεται. Εγώ είχα αυτή την εμπειρία από την εξορία στον Αϊ Στράτη με την 6ηΟλομέλεια τότε και λοιπά, όπου έβλεπες φίλους που τους έδενε μια ζωή, συντρόφους και τα ρέστα, να συμπεριφέρεται ο ένας στον άλλον κατά τον χυδαιότερο τρόπο. Να υιοθετεί ο ένας για τον άλλον απίθανες κατηγορίες και βρωμιές και λοιπά. Προσπάθησα λοιπόν σε αυτή την νέα σύγκρουση να μην πάρω μέρος.


Μπορούσατε;


Μα, έλα που δεν μπορούσα, πώς να μπορούσα; Οι μεν με κατηγορούσαν για κρυφοδωδεκατικό, οι άλλοι για τούτο, δεν μπορείς να μείνεις στη μέση. Απλώς μπορούσα να μην βρίζω.


Αυτή την φορά που ήσασταν;


Θα σου πω. Και να μην χαλάω τις προσωπικές μου σχέσεις. Στην αρχή ήμασταν στο Αβέρωφ. Μετά έγινε ο Κορυδαλλός, καταργείται το Αβέρωφ, μας πήγανε στον Κορυδαλλό. Από τον Κορυδαλλό με πήρανε και με πήγανε στην απομόνωση στην Κέρκυρα γιατί θεώρησαν ότι ήμουνα επικίνδυνος και τέτοια πράγματα. Είναι μεταγωγή μέσα στην φυλακή αυτή. Δεύτερη φορά στην Κέρκυρα. Α, βέβαια εκεί πια ήτανε, ναι. Με πάνε λοιπόν στην απομόνωση της Κέρκυρας, όπου ήμαστε καμιά δεκαπενταριά. Είναι τα παιδιά της Δημοκρατικής ’μυνας, ο Νίκος ο Κωνσταντόπουλος, ο Βασίλης ο Φίλιας, ο Αντωνάκης ο Γούγουλας, ο Βουλένης ο Νίκος και άλλα παιδιά και ήμασταν και μερικοί κομουνιστές.


Εκεί μένω κάνα δυο χρόνια στην απομόνωση. Εκεί βέβαια θυμάμαι όλα τα παλιά. Έρχονται όλες οι παλιές μνήμες των μελλοθανάτων, των αυτών, του εμφύλιου πολέμου, οι ίδιοι φύλακες εκεί, συμβαίνουν διάφορα. Στην Κέρκυρα λοιπόν όπου είμαστε απομονωμένοι εκεί και λοιπά, συγκρουόμαστε με την Ασφάλεια. Κάνουμε ό,τι μπορούμε και εκεί. Τέλος πάντων. Κάποια στιγμή επιστρέφω στον Κορυδαλλό, ξαναγυρίζω στον Κορυδαλλό για λόγους υγείας και μένω στον Κορυδαλλό ως την γενική αμνηστία που δίνει ο Παπαδόπουλος.


Μπορείτε λίγο να μου περιγράψετε την κατάσταση στις φυλακές; Δηλαδή εσείς μπήκατε όταν είχατε αρχίσει τις πρώτες αντιστασιακές δράσεις;


Ναι.


Και μετά μαθαίνετε και τα νέα, μαζικοποιήθηκε το κίνημα μέχρι να σας βγάλει ο Παπαδόπουλος.


Καθόλου δεν μαζικοποιήθηκε το κίνημα. Μόνο η Νομική ήτανε η πρώτη ένδειξη ότι επιτέλους κάτι συμβαίνει, κάτι κουνιέται, και αυτό το κάτι συμβαίνει και κάτι κουνιέται ήτανε έξω από εμάς, έξω από τους κομουνιστές και του ενός τμήματος και του άλλου τμήματος. Διότι και για άλλη μια φορά ο προσανατολισμός ήτανε η νομιμότητα, η κατάρτιση της νομιμότητας. Η καθοδήγα ήθελε επιτέλους να απολαύσει την καρέκλα της νομίμως, όπως έγινε βεβαίως μετά την δικτατορία όταν δώσανε όρκο στο Σύνταγμα. Καταλαβαίνεις τι σκατά επανάσταση με όρκο στο Σύνταγμα. Και αυτά ενώ ήταν ένας φουκαράς, ένας πιτσιρικάς κάτω από τα βασανιστήρια υπέγραφε μία κωλοδήλωση και τον είχανε σε απομόνωση. Εγώ δεν το καταλαβαίνω αυτό το πράγμα. Δηλαδή σέβεσαι στο κοινωνικό σύστημα. Υπακούς στο κοινωνικό σύστημα στον καπιταλισμό. Τι πάμε να ανατρέψουμε, δεν καταλαβαίνω, δεν ξέρω.


Έχουμε λοιπόν αυτά τα φαινόμενα. Έχουμε βέβαια την συμπαράσταση των ευρωπαϊκών λαών, η οποία πραγματικά μας αναπτερώνει το ηθικό, όχι γιατί μας υποστηρίζει, αλλά γιατί συγκροτεί μία ελπίδα, ρε παιδί μου, ότι οι άνθρωποι νοιάζονται για την δημοκρατία. Πώς το λένε, κάτι κινείται σε αυτή την ιστορία.Έχουμε την προδοσία για άλλη μια φορά της Σοβιετικής Ένωσης, όπου έρχεται ο Υπουργός εδώ και παίζει ποδόσφαιρο με τον Παττακό, τα γνωστά και τα τέτοια, για να μην χάσουν τις εμπορικές τους σχέσεις. Δεν είναι πρώτη φορά, προδώσανε την Ισπανική επανάσταση. Προδώσανε την Καντόνα. Προδώσανε, και τι δεν προδώσανε δεν άφησαν και τίποτα η μεγάλη πατρίδα του κερατά.


Και παρακολουθούμε και τις εξελίξεις σαν φυλακισμένοι. Η καθημερινότητα του φυλακισμένου είναι η πληροφορία για το πότε θα βγούμε. Ξέρεις οι ποινικοί όταν εμάς μας δικάζανε βέβαια πάντα σε εξοντωτικές ποινές και λοιπά, λέγανε, γύριζα από το Στρατοδικείο. «Χρόνη, τι έγινε»; Ξέρω εγώ «18 χρόνια». «Ε, χάρτινα τα δικά σας, μωρέ». Δηλαδή ότι θα αλλάξει η κατάσταση θα βγείτε και υπήρχε πάντα αυτό το πράγμα η αρβύλα να κυριαρχεί. Ξέρεις η τάδε που είχε φιλενάδα την ανιψιά της τάδε που είχε το αυτό είπε ότι ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως και λοιπά ότι ετοιμάζεται αμνηστία και τέτοια πράγματα. Εν τω μεταξύ στην αρχή γίνονται όλα εκείνα τα κόλπα του Παπαδόπουλου, κάτι εξαιρέσεις και λοιπά, κάτι πιτσιρικάδες που αφήνουν έξω. Έτσι κυλάνε τα έξι χρόνια στον Κορυδαλλό και βγαίνουμε έξω, διότι γενική αμνηστία.


Εν τω μεταξύ την ίδια μέρα την 21η Απριλίου το πρωί εγώ είχα φύγει από το σπίτι όπως σου είπα, πήγε η Ασφάλεια και συνέλαβε την Ρηνιώ, η οποία ακολούθησε το δρόμο, Ιππόδρομος, Γιούρα, Αλικαρνασσός και λοιπά. Πιάνομαι εγώ, εγώ είμαι στην παρανομία πια. Η Ρηνιώ μαθαίνει διάφορες φήμες κάπου με σκοτώσανε, κάπου συμβαίνει τούτο, κάπου το άλλο και λοιπά και λοιπά. Όταν τελικά από μία γυναίκα που φθάνει στην εξορία μαθαίνει ότι με είδε ζωντανό στην Ασφάλεια εντάξει. Όταν πάω φυλακή 18 χρόνια δικαιούμαι μόνο ένα επισκεπτήριο και ένα γράμμα το μήνα και αρχίζουμε να αλληλογραφούμε με την Ρηνιώ με συστημένα γράμματα. Αυτά βέβαια περνούν από τον έλεγχο της Ασφάλειας.


Η Ρηνιώ είναι τότε..;


Στην Αλικαρνασσό. Αλικαρνασσό και Γυάρο πρώτα και μετά πήγαν στην Αλικαρνασσό τις γυναίκες. Στην Κέρκυρα έρχεται ο ταχυδρόμος και υπογράφω μία απόδειξη για συστημένο, ξέρω ότι είναι το γράμμα του μηνός που μου στέλνει η Ρηνιώ. Περιμένω την επομένη το γράμμα, τίποτα. Περιμένω την μεθεπομένη το γράμμα, τίποτα. Το γράμμα, κύριε Καφαράκη; Μου την σβούρηξε λοιπόν. Εγώ κατάλαβα πια ότι πήγε στην Ασφάλεια το γράμμα και κάπου παράπεσε και το χάσανε. Και ένα βράδυ ήρθε πάλι να μοιράσει γράμματα.


Η Κέρκυρα έχει ένα προαυλιάκι σκεπαστό όπου χωρίζεται από το άλλο προαύλιο. Να σου δώσω να καταλάβεις όλη η φυλακή είναι ένας τροχός αμάξης. Το Κεφαλάρι, είναι τα γραφεία και λοιπά, και γύρω-γύρω είναι οι ακτίνες. Οι ακτίνες λοιπόν με αυτό το κουλούρι επικοινωνούν με χοντρά σίδερα τα οποία έχουν τόση απόσταση και έχουν επίσης και μία πολύ βαριά πόρτα η οποία ανοιγοκλείνει. Εκεί λοιπόν από κει γίνονται οι συναλλαγές είτε αγοράζεις πράγματα, είτε σου φέρνουν γράμματα.


Την έχω στήσει στην γωνία μου, την έχει βιδώσει άγρια και την ώρα που έρχεται ο Καφαράκης του λέω, «το γράμμα μου το φέρατε, κύριε Καφαράκη;» «Κύριε Μήσιο, δεν το αυτό, σας υπόσχομαι αύριο οπωσδήποτε. Φορούσε γραβάτα. Τον τσακώνω από τα κολάρα, πιάνω το λεπτό αυτό της γραβάτας που σφίγγει, το τραβάω και το τυλίγω γύρω-γύρω στο σίδερο, θα τον έπνιγα. Στην φυλακή ζεις πάντα κάτω από πίεση 300 ατμοσφαιρών. Και το πιο μικρό γεγονός παίρνει τεράστιες διαστάσεις. Και το πιο θαμπό συναίσθημα αποκτά άλλη φωτεινότητα. Δεν αργείς να φθάσεις να ξεπεράσεις κάποια όρια.


Ευτυχώς πίσω μου βρίσκονται ο Βασίλης ο Φίλιας και ο Νίκος ο Κωνσταντόπουλος. Και οι δύο είναι θεριά. Βλέπουν ότι τον πνίγω τον Καφαράκη, πέφτουν επάνω, τον παίρνουν από τα χέρια μου και λοιπά. Οι φύλακες απέξω τραβάνε τον Καφαράκη τον παίρνουν, πάνε στο Αρχιφυλακείο. Έχουμε ένα αρχιφύλακα, ο οποίος είναι μπιτ για μπιτ. Καλά όλοι αυτοί είναι τύποι ξέρεις ειδικού είδους ανθρώπου. Εμείς τους λέγαμε ανθρωποφύλακες. Οι ποινικοί τους λένε «πράσινη φυλή». Η πράσινη φυλή είναι κάτι ειδικό.


Να φανταστείς ότι όταν η Ρηνιώ βγήκε από την εξορία και ήρθε και μου έκανε επίσκεψη στην Κέρκυρα μου έφερε και δώρο μία πέτρα, θαλάσσια πέτρα ζωγραφισμένη από την Κατράκη, την μεγάλη μας χαράκτρια. Στον έλεγχο που κάνανε εκεί πέρα βρίσκει την πέτρα και της λέει «τι είναι αυτός ο στούμπος, δεν τα δίνω μέσα». Γιατί δεν το δίνεις λέει αυτό είναι έργο τέχνης, είναι της χαράκτριας Κατράκη και λοιπά. «Τι λες, μωρέ, αυτός είναι τρελός θα μας σκοτώσει με αυτό το πράγμα». Όταν λοιπόν έγινε το επεισόδιο και πάμε στο … Αυτό έγινε μετά το επεισόδιο, και πάει ο φύλακας Αρχιφυλακείο δίνει εντολή ο Αρχιφύλακας να με πάνε στο Αρχιφυλακείο να με επιπλήξει, να με τιμωρήσει, να με βάλει στο μπουντρούμι, ξέρω εγώ αυτά τα πειθαρχικά μέτρα. Εγώ ακόμα είμαι όμως στο δικό μου κόσμο. Ευτυχώς την ψυλλιάζεται ο Φίλιας με το Νίκο και έρχονται από κοντά μου. Έρχονται από πίσω μου.


Μόλις μπαίνω στο Αρχιφυλακείο σηκώνεται αυτός επάνω και κάτι μου λέει έτσι μου αγριεύει και τα ρέστα. Όπως είμαι εγώ κάνω μπλοζόν επάνω του, με τσακώνουν τα παιδιά και αρχίζω να τον βρίζω. Ό,τι μπορούσα, ό,τι μου έβγαινε του έλεγα. Γυναίκες, μάνες, παιδιά, σόγια. Και στο τέλος του λέω, «Αρχιφύλακας είσαι εσύ, σκατά είσαι του λέω, Αρχιφύλακας».


Τέλος πάντων γυρίζουμε. Ούτε τόλμησαν να με τιμωρήσουν, ούτε τίποτα απολύτως. Γυρίζω μέσα στην φυλακή, πέρασαν μέρες. Ένα ήρεμο έτσι ανοιξιάτικο κάθομαι στο κελί μου και διαβάζω. Μπαίνει ο Αρχιφύλακας να κάνει έλεγχο. Από εδώ είναι οι πόρτες των κελιών, εδώ είναι τοίχος, και στο μέσον είναι ένας θολωτός διαδρομάκος ίσα – ίσα στο φάρδος. Όταν ανοίγει η πόρτα δηλαδή κλείνει ο διάδρομος, δεν μπορεί να περάσει κανείς. Στέκει λοιπόν μπροστά στο κελί μου. «Τι γίνεται;» Λέω καλά είμαι. Μου λέει «έχω ένα παράπονο». Λέω τι; Μου λέει «καλά όλα τα άλλα, να με πεις ότι δεν είμαι Αρχιφύλακας;» Ανέκδοτο δεν μοιάζει, ε; Τέτοιοι τύποι ήταν. Τέλος πάντων.


Και με τα γράμματα τι έγινε;


Το γράμμα πάει χάθηκε. Α, μου το φέρανε. Βέβαια, βέβαια, κάπου θα είχε πέσει, μου το φέρανε τρέχοντας. Είχαν κάτι σβήσει βέβαια από τα γραπτά της Ρηνιώς. Το πήρα το γράμμα, ναι αμέ. Και ξεμπουκάρουμε με την αμνηστία σε έναν κόσμο που προσπαθούμε να ξαναπροσαρμοστούμε. Ξεσπάει το Πολυτεχνείο. Εγώ έκατσα σπίτι μου και έκλαιγα.


Γιατί;


Γιατί φοβόμουν στην ουσία ότι θα τα μακελέψουν τα παιδιά. Και γιατί επίσης δεν ήθελα με κανέναν τρόπο να προβοκάρουν αυτή την καταπληκτική εξέγερση των νέων παιδιών. Γνωστός κομουνιστής και στέλεχος της Νεολαίας τι δουλειά έχω να πάω να εμπλακώ μέσα στο Πολυτεχνείο, για να φωνάζουν όλοι για άλλη μια φορά ότι καθοδηγείται η εξέγερση από γνωστούς κομουνιστές και στελέχη; Δεν πήγα.


Κάπου στο βάθος ίσως καταλάβαινα ότι αυτό ήταν και το κύκνειο άσμα της τελευταίας γενιάς των ανθρώπων των Ελλήνων ή των κοινωνικών εξεγέρσεων αν θέλεις. Γιατί πραγματικά μετά το Πολυτεχνείο και την παντοιοτρόπως εκμετάλλευσή του από όλες τις εξουσίες του κερατά, κρατικές, κομματικές και άλλες, η ελληνική κοινωνία δείχνει να έχει πάθει πια εγκεφαλικό. Τίποτα δεν κουνιέται.


Έρχεται και το ΠΑΣΟΚ, το οποίο παίρνει όλες τις υποτιθέμενες αξίες και τα αιτήματα της αριστεράς αυτού του βασανισμένου λαού που επί πενήντα χρόνια περνούσε κάτω από τα κλαυδιανά δίκρανα της ήττας και τον καπακώνει με μία εξουσία που αντί να πάει μπροστά πάει πίσω. Τα αιτήματα του Πολυτεχνείου έχουν γίνει στεφάνια, σουβλάκια, παρουσίες, λόγοι. Τίποτε όμως. Από την αγωνία αυτών των παιδιών, από το άι σιχτίρ αυτών των παιδιών ενάντια σε όλες τις εξουσίες του κερατά κομματικές και μη. Από την ανάγκη να ανοίξει ένας καινούργιος δρόμος ανθρώπινος σε αυτή την κοινωνία. Όλα αυτά θάφτηκαν.


Μετά το Πολυτεχνείο τι περιμένατε; Και πως δέχτηκε ένα μεγάλο κομμάτι της Ελλάδας, που είχε υποφέρει όλα αυτά τα χρόνια, τον ερχομό του Καραμανλή;


Έλα, ντε; Έλα, ντε; Νάτος ο φαύλος κύκλος. Και όταν ήρθε ο Καραμανλής πάλι μέσα ήμουνα και έκλαιγα και έλεγα τι έγινε τώρα. Για αυτό τελικά βασανίστηκαν τόσα παιδιά; Για αυτό τόσος πόνος, τόση αγωνία, τόσος φόβος. Γιατί; Για να ξαναγυρίσει ο Καραμανλής που τον διώξαμε το ’65;  Δες όμως έτσι γίνεται στις δικτατορίες, τα πάντα τα κανονίζει και τα ρυθμίζει η εξουσία. Από κει και πέρα τι να περιμένεις. Από κει και πέρα παροπλίσθηκα. Προσπάθησα να βρω κάποιον τρόπο να υπάρξω αλλιώς σαν άνθρωπος και να κάνω το καθήκον μου. Πήγα και δούλεψα κάποια χρόνια στην Διεθνή Αμνησία. Είναι ίσως ο μόνος ο οργανισμός ο οποίος δεν αναπαράγει την εξουσία. Και ο μόνος οργανισμός ο οποίος τεκμηριωμένα πάντα υπερασπίζεται την αλήθεια και τους ανθρώπους. Εκεί πραγματικά βρήκα κάπως τον εαυτό μου.


Νομίζω ότι όλες οι υπόλοιπες εκφάνσεις και εκφράσεις πια του κοινωνικού γίγνεσθαι είναι μολυσμένες περιοχές. Είναι βαθύτατα μολυσμένες περιοχές. Δεν μπορείς να τις αγγίξεις, να συμμετάσχεις, χωρίς να κάνεις φοβερές αβαρίες στην αξιοπρέπεια, στην άποψη ίσως, σε χιλιάδες δυο πράγματα. Μέσα σε αυτό λοιπόν το νεκρό τοπίο μιας κοινωνίας η οποία δείχνει να έχει πάθει εγκεφαλικό, να μην αντιδρά με τίποτα, πάρα πολύ εύκολα αναπτύσσονται όλες οι διαδικασίες οι οποίες κάνουν παρελθόν την περίφημη αστική δημοκρατία. Έφυγε η δικτατορία, αλλά από αυτή την περίφημη αστική δημοκρατία δεν απόμεινε παρά μονάχα ένας σκελετός.


Σήμερα ποτέ η ανθρωπότητα, ποτέ, και δεν μπορούσε εξάλλου λόγω τεχνολογίας να φανταστεί τέτοιας έκτασης ηλεκτρονικό χαφιεδισμό. Τίποτε δεν έχουμε σήμερα. Ούτε ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε ιδιωτική ζωή, ούτε τίποτα απολύτως. Και όλα αυτά εν ονόματι της τρομοκρατίας. Μια οδυνηρή πραγματικότητα, πίσω από την οποία όμως καλύπτονται τα πιο βρωμερά σχέδια των πιο αντιδραστικών και επιθετικών δυνάμεων του σύγχρονου καπιταλισμού.


Βλέπω συνέχεια τους πάντες να δηλώνουν ότι είναι εναντίον της τρομοκρατίας και αυτό είναι σωστό και καλό. Οποιονδήποτε φυσιολογικό άνθρωπο ρωτήσεις, «ρε εσύ, σου αρέσει να πάει ένας να βάλει μία βόμβα σε ένα τρένο και να σκοτωθούν εκατό άνθρωποι;» Θα σου πει «όχι». Είμαστε λοιπόν εναντίον της τρομοκρατίας. Τι είναι όμως η τρομοκρατία; Είναι μία μορφή βίας μη ελεγχόμενη από την κυρίαρχη εξουσία. Και βρισκόμαστε μπροστά στο παράλογο φαινόμενο. Ένα παιδάκι το οποίο ντύνεται με δυναμίτιδα και πάει να σκοτωθεί διατρανώνοντας την απελπισία του ή την σχιζοφρένειά του με τον Αλλάχ και λοιπά, δικό του πρόβλημα είναι, θεωρείται τρομοκράτης. Και ένας πιλότος βομβαρδιστικού ο οποίος βομβαρδίζει σχολειά, νοσοκομεία, παιδιά, πρόσφυγες στο δρόμο και λοιπά και λοιπά, παρασημοφορείται ως ήρωας. Δεν είναι σχιζοφρενές αυτό;


Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε και που φαίνεται η υποκρισία τους; Γιατί, ρε κερατάδες, δεν δηλώνετε ότι είστε εναντίον της βίας. Βία είναι και η μια, βία είναι και η άλλη. Η μία είναι θεσμοθετημένη, η άλλη όχι. Ας συνεννοηθούμε. Γιατί δεν δηλώνουμε ότι είμαστε εναντίον της βίας. Γιατί τότε θα ξετυλίγαμε το κουβάρι της υποκρισίας και θα φθάναμε κάπου στην αλήθεια. στο τι κοινωνία ζούμε, σε τι κόσμο ζούμε και που οφείλονται αυτά τα πράγματα. Τώρα επιστρέφουμε στο παρελθόν.


Θέλω να πάμε λίγο πριν την σύλληψή σας με το Πατριωτικό Μέτωπο. Τι δράσεις κάνατε και αν είχατε ανταπόκριση από τον κόσμο ή εάν φοβότανε ο κόσμος, γιατί γενικά υπήρχε ένα μούδιασμα στην δικτατορία.


Ε, βέβαια φοβότανε ο κόσμος, αλλά υπήρχε και κόσμος ο οποίος υπήρξε θαρραλέος. Μας βοήθησε σημαντικά, γιατί μας έπαιρνε στα σπίτια, μας έκρυβε μας βοηθούσε, μας έδινε λεφτά ξέρω εγώ, μας έδινε ψωμί. Τώρα την δράση που κάναμε τι να σου πω.


Ποιο ήταν το σχέδιο, πώς μπορούσατε να αντιδράσετε σε αυτό το πράγμα;


Καλά εντάξει εμείς είχαμε μία κατεύθυνση να στήσουμε οργανώσεις παράνομες, γερές οργανώσεις, οι οποίες θα ξεκινήσουν από προκηρύξεις, από συνθήματα στους τοίχους, από μαγνητόφωνα που θα μεταδίδουν μηνύματα και μετά θα σκάνε, ξέρω εγώ και λοιπά. ως το ποιες μορφές θα φθάναμε δεν ξέρουμε. Βέβαια υπήρχαν και απόψεις για ένοπλο αγώνα, κολοκύθια στο πάτερο, εμείς δεν είχαμε σφεντόνα δεν ξέραμε να κτυπήσουμε, τώρα ένοπλο αγώνα και κολοκύθια. Δεν υπήρχαν τέτοιες δυνατότητες πουθενά. Παρά το γεγονός ότι κάποιες άκρες από δω, από κει, όπως η υπόθεση στην Αμερικάνικη Πρεσβεία, η υπόθεση του μακαρίτη του Παναγούλη και λοιπά με την προσπάθεια να τινάξει τον Παπαδόπουλο στον αέρα. Κατάλαβες; Ή και κάποια δικά μας μαγνητόφωνα, κροκίδες και τα ρέστα. Εντάξει, αυτά ήτανε..


Δηλαδή με τα μαγνητόφωνα τι κάνατε;


Με τα μαγνητόφωνα; Μαγνητοφωνούσες ένα μήνυμα προς τον ελληνικό λαό και τα ρέστα και λοιπά εναντίον της χούντας και λοιπά. Στην αρχή το μήνυμα φώναζε «μην πλησιάζει κανείς, θα εκραγώ, είμαι βόμβα». Βέβαια. Στην συνέχεια μετά είδε το μήνυμα και όταν τέλειωνε το μήνυμα έσκαγε μία κροτίδα, δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Άλλα παιδιά ανεβαίνανε επάνω στα κτίρια σε κεντρικά της Ομόνοιας ξεδίπλωσαν πανό. Που να θυμάμαι τώρα. Διάφορα πράγματα, τα οποία ήταν βέβαια για κάποιους ενοχλητικά για την χούντα αλλά δεν την ανέτρεπαν για το Θεό και την Παναγία. Η χούντα δεν ανατράπηκε από την αντίσταση του λαού, από γεράματα. Και το Πολυτεχνείο βέβαια το οποίο πραγματικά είναι από τις λαμπρότερες σελίδες της ελληνικής..


Θυμάμαι ένα περιστατικό που μου διηγιόταν ο Μίκης που είχατε πει την ημέρα που θα γινόντουσαν οι εκλογές κανονικά, στις 28 Μαΐου νομίζω ήτανε, που ήταν Κυριακή να μην βγει κανένας από το σπίτι και πως είχαν τρομοκρατήσει τόσο πολύ τον κόσμο που βγαίνανε ακόμα και στα μπαλκόνια και λέγανε «έξω είμαι, έξω είμαι».


Κοίταξε να δεις, μετά την ίδρυση ορίσανε. Είναι τώρα ολόκληρη ιστορία εσωκομματική με τα καθοδηγητικά, άστο, ούτε να τα θυμάμαι θέλω.Υπήρχε ένα τμήμα από εδώ, υπήρχε ένα τμήμα από εκεί.Άλλος εξέφραζε την ηγεσία, άλλος ήθελε να κάνει αυτό, άλλος εκείνο. Λοιπόν, μέσα μου είχαν αρχίσει οι εργασίες ότι υπογράψαμε και το σύνταγμα, τη νομιμότητα. Έγινε νόμιμο επιτέλους το Κ.Κ.Ε. και ησυχάσαμε.  Όλα αυτά μέσα μου κίνησαν διαδικασίες οι οποίες με απομάκρυναν από αυτή την ιστορία.


Τη διάσπαση πώς τη ζήσατε, το ΄68;


Σχετικώς καλά, γιατί είχα την εμπειρία της πρώτης, της ολομέλειας. Όπου σου είπα πόσο άσχημα ήταν τα πράγματα εκεί, φαγώθηκαν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Κατατροπώθηκαν. Ήταν τόσο αντιαισθητικοί, τι να σου πω. Δεν ξέρω, γιατί σου λέω εγώ δεν πιστεύω πια στους ανθρώπους. Πιστεύω ότι είναι το χειρότερο ον στον πλανήτη. Τέτοια βαρβαρότητα, τέτοια κτηνωδία, δεν πιστεύω πια ούτε στις ιδεολογίες, ούτε στα πολιτικά κόμματα, ούτε στις προτάσεις, ούτε πουθενά. Πιστεύω στην ατομική ευθύνη και στην ατομική συμπεριφορά. Είσαι εντάξει φιλαράκι; Είσαι καλός; Είμαστε μαζί.


Είμαι εναντίον της εξουσίας, είμαι εναντίον της βίας, είμαι εναντίον της οργάνωσης και όλων αυτών των πραγμάτων που παγιδεύουν τους ανθρώπους. Είμαι εναντίον της διαφήμισης, την οποία κανείς δεν τολμά να θίξει. Γιατί όλοι από την διαφήμιση πληρώνονται και η οποία τι κάνει;  Είναι το μοτέρ του καταναλωτισμού. Και ο καταναλωτισμός τι κάνει; Μετατρέπει τους πόρους του πλανήτη με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ταχύτητα σε απορρίμματα. Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος. Αυτό είναι που λέει και ο Ελύτης, στα ανοιχτά χαρτιά διαπιστώνοντας το αδιέξοδο του ανθρώπινου πολιτισμού.


Αυτό δεν ανατρέπεται με την καλή ατομική συμπεριφορά;


Πώς δεν ανατρέπεται; Παύεις να είσαι καταναλωτής.


Μεγάλη κουβέντα.


Μεγάλη βέβαια, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Είναι εύκολο να κάνεις μια ιδεολογία για την κοινωνία και να καλείς τους ανθρώπους να παλέψουν για να σώσουν την κοινωνία. Και είναι πολύ δύσκολο να σώσεις τον εαυτό σου.  Να επιλέξεις και να επιβάλεις μια συμπεριφορά στον εαυτό σου διαφορετική από αυτήν που σου υπαγορεύει καθημερινά το σύστημα.


Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Λέει λοιπόν ο Ελύτης, βρισκόμαστε σε έναν καταπληκτικό τεχνοκρατικό πολιτισμό ο οποίος αγωνίζεται να θεραπεύσει τα δεινά που δημιούργησε ένας καταπληκτικός τεχνοκρατικός πολιτισμός. Ο φαύλος κύκλος του καπιταλιστικού συστήματος. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος δεν έχει όραμα μπροστά του. Δηλαδή ο καπιταλισμός είναι το τέρμα. Τι στάδιο έχουμε μπροστά μας; Αυτή η ανάπτυξη πάει που; Φτάνει που; Τελειώνει που; Όταν θα γίνει τσιμέντο όλος ο πλανήτης μας; Όταν εξαφανίσουμε κάθε ίχνος ζωής από τον πλανήτη; Η πιο αισιόδοξη προοπτική αυτής της πορείας που ακολουθούμε ποια είναι; Όσοι διασωθούν να μεταφερθούν και να ζουν σε σπηλιές στο φεγγάρι; Πού πάμε δηλαδή; Κανείς δεν απαντάει σε αυτά τα πράγματα. Κανείς δεν απαντάει σε αυτή την βαρβαρότητα η οποία συνεχίζει να αναπαράγεται. Χάσαμε το νόημα των λέξεων. Μα είναι δυνατόν ο Μπους να μιλάει για ανθρώπινα δικαιώματα και για δημοκρατία; Και να μην καταργεί τη γλώσσα; Πώς θα συνεννοηθούμε; Δεν καταλαβαίνω.


Μου είπατε για τις συλλήψεις και μετά που σας πήγαν στην ασφάλεια. Μετά πήγατε στις φυλακές Αβέρωφ και συναντήσατε και όλους τους άλλους που είχαν συλληφθεί. Εκεί καταρχήν τι περιμένατε από την αντίσταση; Περιμένατε πως θα κρατούσε αυτό το καθεστώς



Αν πιστεύαμε ότι θα διαρκέσει 7 χρόνια η δικτατορία; Δεν το πιστεύαμε. Ήταν τόσο γελοία δικτατορία, της πλάκας εντελώς. Απλώς ο κόσμος ήταν τρομοκρατημένος. Έκατσε. Ο κόσμος της αριστεράς δεν ήταν διατεθειμένος να περάσει άλλη μια φοβερή περιπέτεια. Ήταν ήδη τσακισμένος, τον είχε τσακίσει το παρακράτος, η τρομοκρατία. Τα 50 χρόνια βάσανο, τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, δεν έβρισκε δουλειά για τα παιδιά του, δεν διοριζόταν κανένας, ας πούμε, αν ο παππούς του ήταν αντάρτης κλπ.  ήταν μια κατάσταση τρομακτική.


Και είπε νομίζω, ο μακαρίτης ο Κανελλόπουλος, όταν έγινε η δικτατορία ότι τώρα που χρειαζόμαστε τους Κομμουνιστές τους έχουμε τσακίσει. Ήταν ένας κόσμος ο οποίος πια ζάρωσε, δεν μπορούσε να σηκωθεί με τίποτα. Για αυτό ήταν σημαντική η εξέγερση των φοιτητών και της νεολαίας της Νομικής, του Πολυτεχνείου κλπ. Αλλά είπαμε, ήταν το κύκνειο άσμα.


Στις φυλακές πια δεν ήσασταν μόνο τα μέλη του κόμματος, άρχισαν να έρχονται είπατε και τα μέλη της δημοκρατικής άμυνας.


Βέβαια, ήταν διάφορες οργανώσεις και μικροοργανώσεις, μέχρι και βασιλόφρονες είχαμε. Παράνομη βασιλική οργάνωση η οποία μετά την σύγκρουση του βασιλιά με τη Χούντα, ήταν εναντίον της Χούντας. Αλλά ο κορμός αυτής της ιστορίας της αντιστασιακής, η πιο μεγάλη οργάνωση ήταν το Πατριωτικό Μέτωπο.


Η ζωή στη φυλακή πώς είχε οργανωθεί;


Ε, εμείς ξέρεις σε αυτά είμαστε μανούλες. Μόλις μας τσακώσουν είμαστε άσε, στο πως θα οργανώσουμε τα συσσίτια μας, μαέστροι είμαστε. Οργανώνουμε αμέσως, βιβλία, πληροφορίες, παράνομα, ραδιόφωνα, φαγητά, αλληλεγγύη, θαλαμάρχες, καθαριότητα, τα πάντα. Είμαστε ειδικοί σε αυτά.


Στη φυλακή βρίσκεστε με παλιούς γνωστούς και με τον Μίκη;


Και με το Μίκη, είναι ο Κύρκος Λεωνίδας, είναι ο Πότης Παρασκευόπουλος και είναι και τα νέα παιδιά τα οποία είναι ξάπλα στα κρεβάτια από τα βασανιστήρια. Φοβερά βασανιστήρια από τις φάλαγγες, με σπασμένα πόδια, σε καταστάσεις πολλές φορές και ψυχολογικά άσχημες. Πάρα πολλά παιδιά τα οποία είναι χτυπημένα. Είναι ο Χρήστος Παπαγιαννάκης του οποίου του έχουν κάνει φοβερά βασανιστήρια στην ασφάλεια του Πειραιά. Να φανταστείς, στην αντίδραση του Κουβά, όταν στην αρχή που πήγα μου λέει, Χρόνη κοίταξε να δεις από εδώ δεν πέρασε κανείς χωρίς να μιλήσει. Πες τα λοιπόν πριν αρχίσουμε τις ιστορίες κλπ. Και του απαντώ εγώ, γιατί σου είπα από τη φυλακή με απήγαγαν, ήμουν ήδη με τον Χρήστο μέσα και ήξερα πόσο τον βασάνισαν, και του λέω κάνεις λάθος.


Μου λέει τι λάθος κάνω; Πέρασε ο Χρήστος ο Παπαγιαννάκης λέω και τρελάθηκε. Τους έχετε μαζί και ανταλλάσσουν πληροφορίες και το ένα και το άλλο. Ήταν λοιπόν ο Χρήστος Παπαγιαννάκης ο οποίος είναι από τις ηρωικότερες μορφές αυτής της αντίστασης. Και άλλα παιδιά πάρα πολλά. Θέλω να πω και κάτι άλλο για τα διλήμματα στα οποία βρίσκεται πολλές φορές ο παράνομος καθοδηγητής. Εκείνο το χρόνο, μέσα στη Χούντα, έχω επαφή και με τον Κιάο Νίκο, τον δημοσιογράφο της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, ο οποίος είναι φοιτητής ακόμα δεν είναι δημοσιογράφος αλλά τον ξέρω από παλιά, από τους Λαμπράκηδες κλπ., και έχω και μια πολύ ιδιαίτερη σχέση μαζί του.


Η Χούντα καλεί την κλάση του να πάει στο στρατό, φαντάρος. Και έρχεται και με ρωτάει, Χρόνη τι να κάνω; Να πάω στο στρατό ή να περάσω στην παρανομία; Η γραμμή του κόμματος είναι δεν πάμε στο στρατό. Τι τους ένοιαζε αυτούς; 100 ξυλιές σε έναν κώλο, ένας αριθμός είναι για αυτόν που το ακούει, για αυτόν που τις τρώει όμως είναι πρόβλημα.


Δεν πάμε στρατό λοιπόν, περνάμε στην παρανομία, επανδρώνουμε τις παράνομες οργανώσεις και κυρίως όταν πρόκειται για στελέχη κλπ. Έρχεται λοιπόν και μου λέει, Χρόνη τι θα κάνω;  Θα πάω φαντάρος ή θα περάσω στην παρανομία; Του λέω θα περάσεις στην παρανομία. Περνάει στην παρανομία ο Νίκος. Και όταν μετά ένα χρόνο, ενάμισι, τον φέρνουν στη φυλακή κομμάτια από τα φοβερά βασανιστήρια που του έκαναν στην Ε.Σ.Α. εγώ πως λες να ένιωσα; Ή πως νιώθω ακόμα όταν τον βλέπω; Εξαιρετικό παιδί, τραγουδούσαμε και ο Νίκος ενώ τραγουδάει ωραία, στα βασανιστήρια όμως που του έκαναν στην Ε.Σ.Α. του είχαν σπάσει τις εσταρχιανές σάλπιγγες γιατί τον χτυπούσαν ταυτοχρόνως και από τα δύο αυτιά.  Και όταν προσπαθούσε να τραγουδήσει πονούσε φοβερά.


Τραγουδούσε λοιπόν κατά κάποιο περίεργο τρόπο. Έκλεινε το ένα αυτί με το ένα χέρι, έπιανε το άλλο με το άλλο χέρι και γύριζε κάπως έτσι για να μπορούσε να τραγουδήσει. Αυτά μπορεί να φαίνονται χαριτωμένα πράγματα, αλλά ήταν πάρα πολύ ηρωικά. Και αυτά τα παιδιά εξακολουθούν σήμερα να είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, να είναι ήρεμοι, να είναι ήσυχοι, να μην έχουν εκποιήσει τις συμμετοχές τους σε κανένα χρηματιστήριο της εξουσίας.


Κυρίως στους νέους έκαναν βασανιστήρια;


Έκαναν φάλαγγα μέχρι τον μακαρίτη τον Λίπα, 75 χρόνων ήταν. Αλλά η ασφάλεια της Αθήνας ήταν πιο έξυπνη. Ήξερε το βιογραφικό σου, δεν χτύπαγε στα τυφλά. Σου λέει γιατί να βασανίσω τον Μήσιο όταν δεν πρόκειται να βγάλω τίποτα; Απλώς θα είναι σε βάρος μου, θα φωνάζουν οι σταθμοί, αύριο κανένας ρεπόρτερ από εδώ, από εκεί να φανεί και τα ρέστα.


Έδερναν λοιπόν τα νέα παιδιά με σιγουριά. Να τους τρομοκρατήσει, να καταφέρει να τους σπάσει κλπ.  Αυτοί τον ενδιέφεραν παρά εγώ. Οι μεγάλοι, οι ψημένοι δεν τον ενδιέφεραν, την ασφάλεια να μας σπάσει. Δεν είχε και κανένα αντικείμενο, δεν είχε να πάρει κάποια πληροφορία, όλα ήταν στο φανερό. Υπάρχουν και αυτά τα διλήμματα διότι είναι και ένας πόλεμος και αυτός.


Πώς είναι δυνατόν  αφού έχουμε δικτατορία, να βγαίνουν 40 μέρες όλοι στους δρόμους τότε με τα Ιουλιανά και μετά ξαφνικά να παγώνουν όλοι; Δηλαδή, κάπου έλεγε ο Ηλίας Ηλιού, αν γίνει δικτατορία θα πάμε όλοι στο Σύνταγμα, και ο Ανδρέας νομίζω το έλεγε. Δηλαδή πώς μούδιασε όλη η Ελλάδα για 7 χρόνια;


Μούδιασε. Τι να σου πω; Αυτά είναι θέματα ψυχολογίας των μαζών, των ανθρώπων. Δηλαδή τα πολιτικά κόμματα είχαν ήδη χάσει την φερεγγυότητά τους. Ποιον να ακούσουν οι άνθρωποι; Τον Παπανδρέου να ακούσουν; Την Αριστερά να ακούσουν; Ποιον να ακούσουν; Τα κόμματα είχαν χάσει την αξιοπιστία τους, δεν ήταν πια τίποτα. Δεν βγήκαν μπροστά ηγέτες που να μπορέσουν να συναρπάσουν, να κάνουν κάτι.


Πάμε λίγο στις ημέες που έγινε το Πολυτεχνείο;


Ναι. Με πιάσανε πάλι τότε.  Δηλαδή, όταν έγινε το Πολυτεχνείο. Ο Παπαδόπουλος πήγε στην Ακαδημία Αθηνών και αυτοί όρθιοι όλοι τον χειροκροτούσαν.  Μα να μην υποκριθούν ότι έχουν ένα κρυολόγημα, ένα συνάχι, κάτι; Το φαντάζεσαι; Αυτό το κουβαλάω σαν ντροπή πάντα μέσα μου. Δεν ξέρω αυτό γιατί δεν κάνει εντύπωση στους ανθρώπους. Για εμένα είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Ολόκληρη Ακαδημία να χειροκροτεί τον Παπαδόπουλο; Όρθιοι;


Και ήταν και ένας άνθρωπος πέρα από τα όρια της γελοιότητας δηλαδή.


Βέβαια. Μα, αυτό είναι. Να είχε κάτι, κάτι τέλος πάντων. Δεν είχε, ήταν ένα ανθρωπάριο, άδειος, ψεύτικος, σχιζοφρενής.


Ο βασιλιάς δεν μπορούσε να αντιδράσει πέρα από τα όρια της ανευθυνότητάς του;


Ναι, καλά την ελληνική γλώσσα την είχε κάνει..


Γίνεται το Πολυτεχνείο. Ξαφνικά κάποιοι άλλοι παίρνουν τη σκυτάλη, που σας βρίσκει αυτό, τι περιμένετε και τι γίνεται μετά;


Έχω φύγει εγώ πια. Ήμουν στο Κ.Κ.Ε. εσωτερικού, αλλά σταματάω την πολιτική δράση, ψάχνω να βρω κάτι άλλο. Τότε δουλεύω στη διεθνή αμνηστία κλπ. Μετά ξαναγυρίζω στο εσωτερικό, Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού, δουλεύω λίγο, ξαναφεύγω. Δεν μου πήγαινε πια, δεν μου πήγαιναν τα πράγματα με τίποτα. Γίνεται η Ε.Α.Ρ., παίρνω μέρος, δουλεύω για την Ε.Α.Ρ., στην πορεία αντιλαμβάνομαι ότι είναι μια από τα ίδια και στο συνέδριο της Ε.Α.Ρ. σηκώνομαι και φεύγω. Κάναμε την περίφημη κίνηση εκεί των 400, κάτι να κάνουμε. Μια προσπάθεια να συνεννοηθούμε με τα εξωκοινοβουλευτικά μεσογειακά κινήματα, να ξεκινήσουμε μια νέα ιστορία κλπ. και αυτά απέτυχαν. Εντωμεταξύ μπαίνει το ΠΑΣΟΚ ως οδοστρωτήρας πραγματικά σε ένα έδαφος που ήταν έτοιμο ήδη.


Να πάμε μετά το Πολυτεχνείο, γίνεται ξανά το άλλο πραξικόπημα το Ιωαννιδικό. Και υπάρχει μια σκλήρυνση ακόμα μεγαλύτερη του καθεστώτος. Και ξανά φυλακίσεις.


Ναι. Μένουμε με τη Ρηνιώ σε μια πάροδο της Ασκληπιού. Αυτό είναι μερικές μέρες, είναι στο Ιωαννιδικό πραξικόπημα. Και κάποια στιγμή νύχτα, έχουμε πέσει να κοιμηθούμε, γίνεται χαμός. Τέλος πάντων ανοίγει η πόρτα, μπαίνουν μέσα 5-6 ασφαλίτες με τα πιστόλια στο χέρι. Σήκω. Ε, σηκώνομαι να ντυθώ. Η Ρηνιώ τι της έχει κολλήσει να θέλει ντε και καλά να μου βάλει το καλό μου κουστούμι.  Λες και θα πήγαινα σε καμιά δεξίωση. Εγώ, προσπαθώντας να φορέσω τις κάλτσες μου όπως καθόμουν, έβλεπα έναν στο δεξιό μου κρόταφο και έναν στο αριστερό μου κρόταφο, δυο πιστόλια των οποίων τα χέρια τρέμανε κιόλας.


Ποιος ξέρει τι τους είπαν, ποιον θα πάνε να συλλάβουν. Και τις έλεγα Ρηνιώ ησύχασε, όχι και να τους ρίχνετε, και που τον πάτε, και τώρα για τη φυλακή και είναι άρρωστος, και είστε τέτοιοι και είστε αλλιώτικοι. Και της έλεγε Ειρηνάκι, ηρέμησε δεν είναι τίποτα. Όταν μετά ανταμώσαμε, της λέω καλά τι έκανες; Λέει, δεν τους έβλεπες που τρέμανε τα πιστόλια; Ούτε που τα πήρα χαμπάρι.


Γιατί δεν ήθελε η Ρηνιώ να φορέσετε τα πρόχειρα τα ρούχα;


Ναι. Γιατί ήξερε ότι φορούσα τα πρόχειρα τα ρούχα γιατί ήξερα τι θα αντιμετωπίσω. Τσιμέντο, ξύλο, βασανιστήρια, σουρσίματα και τα ρέστα. Η Ρηνιώ ήθελε να μου βάλει το καλό το κουστούμι για να ξορκίσει ίσως το κακό σε αυτή την ιστορία.


Το βάλατε;


Όχι, φόρεσα τα παλιά μου. Τέλος πάντων, με πιάνουν και με πάνε στο 5ο τμήμα. Μου παίρνουν τις ζώνες, κορδόνια από τα παπούτσια κλπ., για να μην αυτοκτονήσεις δήθεν. Και εκεί που περιμένω να με πάνε κάτω βλέπω τον μπαρμπα-Μανώλη να το φέρνουν μέσα, 80 χρονών ο μπαρμπα-Μανώλης. Ο πατέρας του Χαλβατζή, τον οποίο ήξερα εγώ από την Κοζάνη όταν έμενα εκεί, όταν κάναμε τις δουλειές τις πολιτικές, στο σπίτι τους πήγαινα και έμενα και τον ήξερα.


Του λέω, τι ζητάς εδώ βρε Μανόλη; Λέει και εγώ φοιτητής είμαι, με φέρανε εδώ. Και ο χαφιές δίπλα κρατούσε ως τρόπαιο ένα κεφάλι κριαριού με γυριστά κέρατα όπου εδώ στο μέτωπο είχε ζωγραφισμένο το σήμα του αφοπλισμού, της ειρήνης. Το κρατούσε ως τεκμήριο ενοχής του μπαρμπα-Μανόλη. Τέλος πάντων, με πετάνε μέσα σε ένα στενό μπουντρούμι κατασκότεινο όπου μόλις μπαίνω μέσα ακούω βογκητά και πρόσεχε που πατάς βρε φίλε. Λέω τι γίνεται βρε παιδιά; Λέει είμαστε τελειωμένοι στο ξύλο, όποιον έπιαναν τον έλιωναν στο ξύλο. Βρίσκω μια γωνιά, κάθομαι και εγώ εκεί χωρίς να εμποδίζω κανέναν. Τέλος πάντων, δεν με χτύπησαν ούτε εκεί.


Το πρωί, έρχεται ο χαφιές λέει Μήσιος;  Του λέω ναι, λέει έβγα. Βγαίνω και με πάνε στη Γενική Ασφάλεια.  Με πάνε στη Γενική Ασφάλεια, επάνω στη Μεσογείων πια, στην καινούργια γενική ασφάλεια και μας πάνε ψηλά σε έναν όροφο εκεί, σε ένα μεγάλο δωμάτιο όπου βρίσκω εκεί μέσα διάφορα στελέχη. Από τροτσκιστές, αναρχικούς, κομμουνιστές, Κ.Κ.Ε. Εσωτερικούς, ήμασταν καμιά 15αριά. Και έναν-έναν τον φωνάζουν και εξαφανίζεται, δεν ξέρουμε τι γίνεται, που πάει. Φαίνεται ότι κάνουν κάποια επιλογή.  Σε λίγο φωνάζουν και εμένα, με πάνε στον μακαρίτη τον Μπάμπαλη. Μου λέει τι γίνεται Χρόνη;  Λέω καλά, εσείς τι γίνεστε; Λέει, μα είναι πράγματα αυτά που κάνετε;  Λέω, δεν αφήνεις την πλάκα τώρα; Ξέρεις ποιοι τα κάνουν, τα παιδιά, και θα τα βρείτε από εκεί.  ’σε εμάς, εμείς γεράσαμε.  Τέλος πάντων, πιάνουμε μια κουβέντα.


Μου λέει, άντε τράβα σπίτι σου. Λέω εντάξει. Γυρίζω να φύγω, λέει στάσου. Λέει σε έναν χαφιέ, βγάλε τον ως έξω μην τον πιάσουν εντωμεταξύ στους παρακάτω ορόφους να πάει σπίτι του ή βάλε τον σε ένα ταξί να πάει σπίτι του. Και πραγματικά με άφησαν και γύρισα πίσω. Δεν με ενόχλησαν ξανά.


Αυτή ήταν η τελευταία φυλακή;


Αυτή ήταν η τελευταία σύλληψη που μου έκαναν. Και έκτοτε ζω 30 τόσα χρόνια συνεχώς έξω. Η ζωή είναι πάρα πολύ μεγάλη για να ζήσεις πολλές περιπέτειες και πολλά ήρεμα χρόνια, αρκεί να τη ζούμε να μην τη σπαταλάμε με διάφορες ανοησίες. Και εγώ πιστεύω ότι εμείς ήμασταν η τελευταία γενιά των μη μεταλλαγμένων ανθρώπων που αξιωθήκαμε να βιώσουμε κάποιες αξίες, να παλέψουμε για κάποιες ιδέες, να υπερασπιστούμε κάποια πράγματα.


Με την Ρηνιώ δηλαδή ζήσατε έξι χρόνια χώρια;


Ναι. Η Ρηνιώ έκατσε 4 χρόνια στην εξορία. Και αυτή βγήκε από τις τελευταίες σχεδόν.


Το αντάμωμα μετά πώς είναι;


Το πρώτο αντάμωμα έγινε πίσω από τα σύρματα, πίσω από τη σήτα. Και μάλιστα την πρώτη φορά δεν την άφησαν να με δει, γιατί η ταυτότητά της δεν έγραφε Μήσιου, είχε ακόμα το πατρικό της όνομα. Λες και δεν την ξέρανε, κατάλαβες; Αλλά, ταλαιπωρία. Σου λέει, άσε τους  Είχε μια φοβερή απανθρωπιά. Όχι η Χούντα, όλος ο μηχανισμός που κληρονόμησε και ο οποίος ήταν το παρακράτος της λεγόμενης Δεξιάς. Γιατί λεγόμενη είναι και αυτή σήμερα, όπως λεγόμενη είναι και η Αριστερά, λεγόμενα είναι όλα πια. Έχει χαθεί η ψυχή, το περιεχόμενο, οι ιδέες και το όραμα.


Ποιες ήταν οι τελευταίες προσδοκίες λίγο πριν πέσει η Χούντα; Δηλαδή τι περιμένατε πώς θα γίνει μετά;


Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να θυμηθώ. Θα ήταν προφανώς ασήμαντα πράγματα. Διότι εγώ ήδη είχα αρχίσει να απομακρύνομαι από τον Μαρξισμό, αυτόν όπως τον εξέφραζε το Κομμουνιστικό κόμμα ή τα κομμουνιστικά κόμματα. Και είχα αρχίσει να αναζητώ άλλους δρόμους σκέψης.


Καταρχήν όταν βγήκατε από τη φυλακή, όχι τις δύο μέρες που μείνατε στην ασφάλεια, όταν βγήκατε από την φυλακή. Πώς είναι να βγαίνεις μετά από 6 χρόνια από μια φυλακή και να βλέπεις το φως; Σου λείπει ή σε στραβώνει;


Εξαρτάται από ποια φυλακή βγαίνεις και από τι βγαίνεις. Εδώ με τη Χούντα δεν είχε τίποτα, είναι μια χαρά που νιώθεις βγαίνοντας έξω. Και σκέφτεσαι όλα αυτά που υποτίθεται ότι προσφέρει η ζωή. Μέσα σου όμως και αυτό ήταν ίσως στην ερώτηση που έκανες πριν, λες και τώρα τι;


Εγώ βγήκα και αποφάσισα, το είχα πάρει απόφαση στη φυλακή, να μην είμαι πλέον επαγγελματίας επαναστάτης και φυλακισμένος. Και είχα αποφασίσει να βρω μια δουλειά για να μπορέσω να ζήσω. Για αυτό μέσα στη φυλακή διάβασα διοίκηση επιχειρήσεων, μάνατζμεντ, διάφορα κολοκύθια κλπ., ότι υποψιαζόμουν ότι χρειάζεται έξω. Είχα και φιλαράκια καλά από το πανεπιστήμιο που μπόρεσαν να με βοηθήσουν. Και έλεγα ότι θα βγω πια να μπω στη κοινωνία να δουλέψω, να δω επιτέλους τι είναι αυτή η κοινωνία που θέλουν να ανατρέψουν και ποιο είναι αυτό το σύστημα, ποιοι είναι οι άνθρωποι αυτοί που θέλουν να μας σώσουν;


Άλλη σχιζοφρένεια, διότι ποτέ δεν πήραμε χαμπάρι ότι χωρίς να πετύχουμε στον πλανήτη την πολιτισμική ενότητα των ανθρώπων. Οραματιζόμασταν έναν ευτυχισμένο πλανήτη. Δηλαδή, εγώ, εσύ, ο Ταλιμπάν και ο Μπους; Πώς θα κάνουμε χωριό; Και ο Αμίν που τρώει τον ξάδελφό του στο γενέθλιο γεύμα ψητό; Πώς θα συνεννοηθούμε; Δεν κατάλαβα. Πώς οραματιζόμαστε έναν ευτυχισμένο κόσμο; Με τέτοιες διασπάσεις φανατικές δογματικές και τέτοια επίπεδα ζωής, εθίμων κλπ.; Δεν το καταλαβαίνω.


Άρχισα λοιπόν να ψάχνομαι και να ψάχνω άλλα πράγματα; Εκεί συναντήθηκα με την οικολογία. Και πιστεύω ότι η οικολογία είναι η κορυφαία στιγμή της ανθρώπινης συνείδησης. Για να μπορέσει ο άνθρωπος, ίσως ο μόνος δρόμος για να μπορέσει ο άνθρωπος να ξαναγίνει άνθρωπος, να βρει τον εαυτό του και να μπορέσει να ξανά δημιουργήσει τις προϋποθέσεις να ζήσει ευτυχισμένος σε αυτόν τον πλανήτη.  Η οικολογία δεν είναι μονάχα η υπεράσπιση της ζωής του πλανήτη. Είναι και βαθύτατα κοινωνική φιλοσοφική άποψη και συμπεριφορά. Η οικολογία είναι εναντίον του ανταγωνισμού και υπέρ της συνεργασίας. Είναι εναντίον της εξουσίας, των εξουσιαστικών δομών, εναντίον της εκμετάλλευσης, εναντίον της συσσώρευσης, εναντίον του κέρδους, της κερδοσκοπίας. Εναντίον όλων αυτών των πραγμάτων που έχει ο καπιταλισμός.


Είναι μια φιλοσοφία και μια συμπεριφορά μέσα στην οποία όσο προχωράς τόσο γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος. Τόσο γίνεσαι πιο δημιουργικός, τόσο γίνεσαι πιο τρυφερός. Τόσο έντονα κάθε φορά μετατρέπεις την αγάπη σε αγαπημένο. Σταυρώνεις την αγάπη που σου δίνει. Η οικολογία είναι έρωτας.


Τα κείμενα που δημοσιεύονται αποτελούν την ακριβή απομαγνητοφώνηση των συνεντεύξεων, χωρίς καμία επεξεργασία.

Δείτε σε Video: Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ
Μέρος 3ο: Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών επεισόδιο της σειράς

Πηγή: Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα rwf.gr

Χρόνης Μίσσιος (bio από PERIZITITO.GR ):

Ο Χρόνης Μίσσιος γεννήθηκε στην Καβάλα το 1930, από γονείς καπνεργάτες, και έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στα Ποταμούδια, μια γειτονιά γεμάτη πρόσφυγες, καπνεργάτες από τη Θάσο και παράνομους κομμουνιστές κυνηγημένους από τη δικτατορία του Μεταξά. Αυτή την περίοδο, η οικογένειά του καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη και ο Μίσσιος δουλεύει μικροπωλητής, με κασελάκι, στο λιμάνι. Το σχολείο το σταμάτησε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού. Από τα Γιαννιτσά, όπου τον στέλνει ο Ερυθρός Σταυρός μαζί με άλλα παιδιά για να γλιτώσουν από την πείνα της Κατοχής, περνάει στους αντάρτες. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και οργανώνεται στον Δημοκρατικό Στρατό Πόλεων. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Έζησε εννιά μήνες περιμένοντας κάθε πρωί να τον εκτελέσουν και γλίτωσε τον θάνατο χάρη σ`ένα τυχαίο γεγονός. Έκτοτε, μέχρι και τον Αύγουστο του 1973 (αμνηστία του Παπαδόπουλου) περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες, ως πολιτικός κρατούμενος (Μακρονήσι, Άι- Στράτης, Αβέρωφ, Κέρκυρα, Κορυδαλλός, κ.ά.) Εκεί μαθαίνει ανάγνωση και γραφή. Ένα “διάλειμμα” ελευθερίας, μεταξύ 1962 και 1967, τον βρίσκει στέλεχος της νεολαίας της ΕΔΑ, μέλος της πενταμελούς γραμματείας της Δ.Ν. Λαμπράκη και, στη συνέχεια, ιδρυτικό μέλος του ΠΑΜ. Το πρώτο του βιβλίο “Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς… ” (Γράμματα, 1985) τον καθιέρωσε από τους πρώτους μήνες της

One thought on “Χρόνης Μίσσιος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *