Tag Archives: Τεχνολογία

Χρόνης Μίσσιος

Λίγα λόγια από εμένα: Τον γνώρισα μέσα από το βιβλίο του Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς (1985 Εκδ. Γράμματα) όταν ήμουν πρωτοετής φοιτητής το 1990 στην Πάτρα. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1997 στη Ορεστιάδα, όντας  φαντάρος πέτυχα το Χαμογέλα ρε τι σου ζητάνε (1988 Εκδ. Γράμματα) στο μοναδικό αλλά έρημο από πελάτες μεγάλο βιβλιοπωλείο της  κεντρικής πλατείας. Ναι είχα την τύχη σαν γενιά και σαν άνθρωπος να διαβάζω ένα τέτοιο βιβλίο μέσα σε ένα στρατόπεδο περιτριγυρισμένος από αμόρφωτους πεζικάριους καραβανάδες που σε άλλες εποχές μπορεί και να με είχαν στείλει σε εξορία. Αλλά βλέπεις δεν “ενδιέφεραν” πλέον τέτοια βιβλία. Εμένα πάντως με ταρακούνησαν. Όχι τόσο για την ρομαντική πλευρά του αγώνα και της επανάστασης, αλλά για την ρεαλιστική απόδοση των εννοιών που περιέγραφαν: Κόμμα, Ολομέλεια, Φυλακές, Ανθρωποφύλακες, φίλιοι, συναγωνιστές όλα δοσμένα μέσα από τον καθρέπτη της αμείλικτης αλήθειας. Πριν από λίγες ώρες κάποιος από τους “φίλους μου” στο facebook έκανε i Like την Σελίδα του Μίσσιου και είπα:  Κοίτα να δεις ο Μίσσιος στο Facebook ! Η διαδικτυακή μου περιέργεια με έφερε στην παρακάτω συνέντευξη που πήρε από τον Μίσσιο ο Στέλιος Κούλογλου για τις ανάγκες της εκπομπής της 16-11-2006. Διαβάστε την και δείτε το πόσο επίκαιρη είναι ακόμα και σήμερα. Κόμματα, Αγώνες, ΚΚΕ, ΠΑΣΟΚ, Δεξιά και η Γενιά του Πολυτεχνείου  όλα ακόμα σε πρώτο πλάνο προσπαθούν να κρατήσουν μάταια την αίγλη τους. Σας την παραθέτω αναδημοσιεύοντας την.


Χρόνης Μίσσιος
Χρόνης Μίσσιος


Η παρακάτω συνέντευξη του Χρόνη Μίσσιου πάρθηκε από τον Κούλογλου Στέλιο για τις ανάγκες τις εκπομπής Ρεπορτάζ χωρίς σύνορα με θέμα : Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ – Μέρος 3ο: Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών

Χρόνης Μίσσιος – (Συγγραφέας – Μέλος ΠΑΜ)

Με  υπογράμμιση είναι η ερωτήσεις από Σ. Κούλογλου.

Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Όλοι μιλούσαν για την δικτατορία από το 67 και όμως όλοι πιαστήκανε απροετοίμαστοι. Εσείς ήσασταν τότε στην 5μελή Γραμματεία της Νεολαίας Λαμπράκη αν δεν κάνω λάθος;

Ναι. Ήμουνα στην Γραμματεία και κρατούσα την οργανωτική δουλειά. Ενώ βρισκόμασταν πραγματικά μπροστά σε ένα κίνημα πάρα πολύ μαζικό αυτές τις περίφημες εξήντα μέρες τότε στην σύγκρουση με το παλάτι του γέρου του Παπανδρέου και υπήρχαν πάρα πολλά σημάδια για δικτατορία, εμείς γενικώς η αριστερά βρεθήκαμε απροετοίμαστοι. Και αυτό δεν ήταν τυχαίο.


Μετά την ήττα ήμασταν υποχρεωμένοι κάθε μέρα να δίνουμε εξετάσεις νομιμότητας σε ένα παρακράτος που παραβίαζε τα πολιτικά, τα συνταγματικά, τα ατομικά μας δικαιώματα και λοιπά. Τρομοκρατούσε τον κόσμο και τα ρέστα.


Και όταν ακόμα σκεπτόμασταν τον κίνδυνο της δικτατορίας και σκεπτόμασταν ξέρω εγώ κάποιο καταφύγιο, κάποια υποδομή σε τέτοια περίπτωση, να έχουμε κάποιο υλικό, έναν πολύγραφο να βγάλουμε εφημερίδα, ένα παράνομο τυπογραφείο και λοιπά, πάντα μπροστά μας βρισκότανε το δίλημμα και αν το ανακαλύψουν τινάζουμε στον αέρα όλη την πολιτική μας. Όλη την προσπάθεια να αποδείξουμε ότι είμαστε νόμιμοι. Αυτό λοιπόν βρήκε πραγματικά όχι απροετοίμαστη απλώς, παράλυτη την αριστερά.


Και ταυτόχρονα μέσα σε αυτό το κλίμα ο προβληματισμός για τον άμεσο κίνδυνο της δικτατορίας δεν μπορούσε να προχωρήσει μέσα στον πολύ κόσμο, υπήρχε ένας εφησυχασμός ότι τελικά ξέρω εγώ μπορεί να επιβάλλαμε μια δημοκρατική λύση στην ελληνική κοινωνία, ότι οι Αμερικανοί δεν θα τολμήσουν τελικά να κάνουν δικτατορία στην Ελλάδα και όλα αυτά. Έτσι ήταν ταυτόχρονα και κεραυνός εν αιθρία. Εγώ εκείνη την μέρα είχα φύγει νωρίς από το γραφείο, γιατί έπρεπε να σηκωθώ πρωί να ταξιδέψω στο Βόλο, τότε πηγαίναμε με τις συγκοινωνίες, με τα λεωφορεία και λοιπά, δεν είχαμε ούτε Ι.Χ., ούτε αυτά που έχουν σήμερα τα κόμματα και οι άνθρωποι, γιατί θα μιλούσε την επομένη ο μακαρίτης ο Ηλίας ο Ηλιού και έπρεπε να οργανώσω την περιφρούρηση, γιατί σε κάθε συγκέντρωση υπήρχε κίνδυνος να μας κτυπήσουν οι οργανωμένοι τραμπούκοι, το παρακράτος δηλαδή. Και κοιμήθηκα νωρίς.


Κατά στις 4:00 η ώρα με ξυπνάει η Ρηνιώ και βλέπω από πάνω μου τον Τάκη τον Μπενά τον Γραμματέα της Νεολαίας Λαμπράκη. Του λέω τι συμβαίνει; Μου λέει «σήκω και φύγε, τάνκς έχουν κατέβει στην Ομόνοια δεν ξέρουμε τι συμβαίνει ακόμα αλλά καλού κακού». Σηκώθηκα πραγματικά έφυγα. Είχα και έχω μία πολύ καλή φίλη παιδίατρο την Άννα την Μεταξωτού Μαυρομάτη. Σε αυτήν κατέφυγα και με πήγε σε ένα σπίτι όπου έμενε μία μοναχική ηλικιωμένη γυναίκα. Κάπου την βόλεψε και με έβαλε στην παράγκα της. Ήταν ένα σπίτι εκεί έξω στα προάστια στην Κηφισιά και λοιπά.  Αυτή η γυναίκα επειδή ήταν πολύ ηλικιωμένη και ήθελε να κάνει το ζεστό της και τα ρέστα, είχε ένα ηλεκτρικό μπρίκι από αυτά που έχουν από κάτω το θερμαντικό και είχε ένα καλώδιο πάρα πολύ μακρύ, γιατί η πρίζα ήταν μακριά από το κρεβάτι της, για να κάνει το ζεστό της.


Η πρώτη μου αντίδραση όταν μπήκα μέσα και είχε αρχίσει να ξημερώνει ήταν να κρύψω το καλώδιο, διότι σκέφθηκα ότι εάν με ανακάλυπταν δεν ήθελα να με κρεμάσουν, ήθελα να σκοτωθώ. Είναι μία αντίδραση την οποίαν ακόμα σκέπτομαι μέχρι σήμερα. Και είναι εντελώς περίεργη. Θέλω να σου πω ότι ο άνθρωπος που συμμετέχει σε τέτοιου είδους ιστορίες είναι υποχρεωμένος κάθε στιγμή να υπερβαίνει τον εαυτό του. Δηλαδή έφθασα σε ένα σημείο να επιλέξουν τον θάνατό μου εκείνη την στιγμή. Ήταν τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα μπροστά μου ότι πήγαινα και για θάνατο. Πήγαινα σε μία σύγκρουση η οποία ήταν θανατηφόρα.


Ευτυχώς για μένα αυτό το συναίσθημα δεν το ένοιωσα για πρώτη φορά, γιατί στα 16 μου χρόνια ήμουνα καταδικασμένος σε θάνατο στον εμφύλιο πόλεμο και μας είχαν κλεισμένους εκεί στα μπουντρούμια του Γεντικουλέ, όπου παίρνανε κάθε πρωί και σκοτώνανε και τον γνώριζα αυτόν τον φόβο του θανάτου.

Εκείνη την εποχή που συμβαίνουν αυτά τα γεγονότα στο μαζικό κίνημα και η σύγκρουση της Ένωσης Κέντρου με το παλάτι, το παλάτι έχει λυσσάξει εναντίον της Νεολαίας Λαμπράκη και πιέζει τον Γεώργιο Παπανδρέου να την διαλύσει. Συζητήσεις στην Βουλή, άρθρα στις εφημερίδες, κακό, γίνεται χαμός. Δηλαδή αν κάποιος ιστορικός εκείνη την εποχή μελετήσει τον Τύπο θα πει, ρε παιδί μου, τι ήταν αυτό το πράγμα η νεολαία Λαμπράκη. Τόσο φοβερό πράγμα ήταν; Ήταν πραγματικά όμως κάτι πολύ σημαντικό για το κίνημα της νεολαίας εκείνης της εποχής.


Βαλθήκανε λοιπόν να μας διαλύσουν και τα πράγματα ήταν επικίνδυνα. Εγώ λοιπόν κρατούσα την οργανωτική δουλειά και ο μακαρίτης ο Μπάμπης ο Θεοδωρίδης ήτανε γραμματέας της Αθήνας της Νεολαίας. Και αποφασίσαμε να έχουμε ένα ραντεβού κρεμασμένο στο μέλλον. Εάν συμβεί κάτι και σωθούμε εγώ θα ανεβαίνω τον τάδε δρόμο αυτός θα κατεβαίνει για να ανταμώσουμε. Είχαμε δηλαδή περάσει περίπου σε μισοπαρανομία. Αλλά όχι για το φόβο της δικτατορίας, αλλά για την διάλυση της νεολαίας Λαμπράκη είχαμε αποφασίσει να μην συλληφθούμε εμείς επ’ αυτοφώρω, να περνάμε στην παρανομία για να συνεχίσουμε την δουλειά της Νεολαίας Λαμπράκη.


Όταν λοιπόν γίνεται η 21η Απριλίου την επομένη μέρα το απόγευμα βγαίνω, δεν ξέρουμε τίποτα τι συμβαίνει και τα ρέστα, είναι και πρώτη μέρα. Βγαίνω και πάω σε αυτό το ραντεβού. Και πραγματικά σε λίγο βλέπω τον Μπάμπη να κατεβαίνει από απέναντι. Λέω είμαστε δυο, έχουμε σωθεί δυο. Αυτό ήταν πάρα πολύ σημαντικό. Έτσι αρχίσαμε σιγά – σιγά την δουλειά να βρίσκουμε και άλλους, να συναντιόμαστε να κάνουμε τις πρώτες τριάδες, να προσπαθούμε να βοηθήσουμε τα κτυπημένα σπίτια, τα ορφανεμένα. Να οργανώσουμε ομάδες αλληλεγγύης. Να οργανώσουμε σπίτια για να μπορούμε να αποφύγουμε την σύλληψη και λοιπά.


Με το Μίκη πότε ανταμώνετε;

Continue reading