Παραλία

Το καφενείο του «γιατρού» ήταν ακριβώς απέναντι από την πλατεία. Το πεζοδρόμιο μπροστά από το μαγαζί ήταν τέσσερις πλάκες όλες κι όλες σε πλάτος, παρότι ο δρόμος ήταν ο πιο εμπορικός όλης της πόλης. Κατά μήκος της τζαμαρίας του καφενείου ήταν στοιχισμένες, εφ’ ενός  ζυγού, πέντε καρέκλες που τις χώριζαν δύο τραπεζάκια, από εκείνα τα μικρά που έχουν οι χαρτοπαίχτες όταν κάθονται  στο τραπέζι της τσόχας.  Καρέκλα, τραπεζάκι, καρέκλα, καρέκλα, τραπεζάκι, καρέκλα. Τα υπόλοιπα τραπεζοκαθίσματα του μαγαζιού ήταν απλωμένα αδιάφορα στην πλατεία απέναντι. Καμιά δεκαριά τραπέζια λευκά, σαν ξεφτισμένες εμαγιέ λαμαρίνες, με δυο καρέκλες το καθένα.

Τα απογεύματα λοιπόν, σαν έπεφτε ο ήλιος και τα μαγαζιά άνοιγαν, πιάναμε τις εφ’ ενός ζυγού καρέκλες, πίνοντας τσίπουρα και τρώγοντας για μεζέ πεπόνι, αλατισμένο γουλί από λάχανο και ελιές . Τσίπουρα και χάζι στην «παραλία»  Έτσι το λέγαμε εκείνο το κομμάτι πεζοδρομίου. «Παραλία».

Κάποιες φορές στην τρίτη γύρα τσίπουρα, ξανάμπαινε θέμα: «Μα γιατί να το λέμε Παραλία; Πασαρέλα έπρεπε να το λέμε!» Και κατά ένα τρόπο η ένσταση δεν ήταν αβάσιμη:

Σε εκείνον τον δρόμο κάθε απόγευμα περνούσε ο μισός γυναικείος πληθυσμός της πόλης για βόλτα στις βιτρίνες και ψώνια.

Κορίτσια, φοιτήτριες, κυρίες, μεσόκοπες, όλες περνούσαν από μπροστά μας. Δεν πειράζαμε ποτέ καμία. Νόμος. Δεν είμαστε τίποτα χυδαίοι εξάλλου, ούτε τίποτα ξελιγωμένοι. Επιπλέον δεν θα το επέτρεπε και ο «γιατρός». Διότι το καφενείο ήτο παλιό «με παράδοση και αρχές». Έτσι τουλάχιστον έλεγε.

Όλα κυλούσαν φυσιολογικά μέχρι που έκανε την εμφάνιση της κάποια  γυναικεία ύπαρξη πραγματικά ξεχωριστή: Περπάτημα, καμπύλες, ντύσιμο, αέρας, άρωμα, θηλυκότητα· τα είχαμε σκανάρει αυτόματα με το που κάποιος έδειχνε απλά, με μια κίνηση του κεφαλιού, την πλευρά από την νοητή κουίντα που είχαμε στήσει.  Αφήναμε να πλησιάσει… κανείς δεν μιλούσε, μόνο κοιτάζαμε και τότε, σηκωνόμασταν με μια αργή κίνηση όλοι όρθιοι και ξεκινούσαμε τα παλαμάκια. Μόνο όταν άξιζε και μονάχα μια φορά κάθε απόγευμα.

Πολλές φορές όταν στην πλατεία ήταν γεμάτα και τα υπόλοιπα τραπεζοκαθίσματα του «γιατρού» έπαιρναν και αυτοί το σύνθημα και ο ανδρικός πληθυσμός σηκώνονταν όρθιος  και ακολουθούσε το μπιζάρισμα* μαζί μας.

Χρόνια μετά έμαθα από μια ντόπια, πως υπήρχαν γυναίκες που στολίζονταν, βάφονταν, κουρδίζονταν στην πένα και κατέβαιναν μόνο και μόνο για να δουν εάν θα αποσπάσουν το χειροκρότημα.

* μπιζάρισμα:  το νέο κάλεσμα ενός καλλιτέχνη στη σκηνή για να τον χειροκροτήσουν

 

Photo credit: Andreauuu via Foter.com / CC BY-ND