Photo credit: usman9 via Foter.com / CC BY

Όσο αναβοσβήνουν τα φέξια

Νοέμβριος του ’95. Κάλυμνος. Έξι ώρα, χαράματα, πέρασα την πόρτα του ξενοδοχείου ζωσμένος με τα πράγματα, που κουβαλούν συνήθως οι εμπορικοί αντιπρόσωποι στα ταξίδια τους και κατευθύνθηκα πεζός για την άλλη άκρη του λιμανιού. Έφτασα έξω από το μικρό φέρυ και με ένα βλέμμα ο ναύτης μου έκανε νόημα. «Ανέβα».

Άφησα την βαλίτσα και ένα σακβουαγιάζ στο αριστερό αποθηκάκι της πλώρης, δίπλα σε κάτι κακομαζεμένους κάβους και ανέβηκα στο σαλόνι. Ήθελα να κάτσω έξω, να απολαύσω το πρώτο φως της μέρας και το μικρό ταξίδι, που θα μου άλλαζε νησί και ανθρώπους, όμως και κρύο έκανε και φυσούσε. Μπήκα. Ας πάρω καφέ είπα και βλέπουμε. Τρεις καλόγριες με κόκκινα κεντημένα σταυρουδάκια στο μέτωπο με σκάναραν σιωπηλά. Τρεις καλόγριες, εγώ και ένας κουρασμένος τύπος, πίσω από ένα καραβίσιο μπαρ. «Έναν νες, μέτριο». Μου έριξε μια ματιά και μου απλοήθηκε ήρεμα. «Άμα θες σου φτιάχνω και ελληνικό. Όχι τιποτ’ άλλο, αλλά για να μην λένε ότι στα πλοία ο καφές είναι καραβίσιος.» Χαμογέλασα και κούνησα το κεφάλι. «Μέτριο, ε;»

Πήρα τον καφέ και κάθισα. Με το που έβγαλα τα τσιγάρα στο μικρό τραπεζάκι, άκουσα ένα μουρμουρητό. Κοίταξα τις τρεις γυναίκες και κατάλαβα. Θα κάπνιζα τελικά έξω με «θεϊκή» παρέμβαση.

Βγήκα και πήγα στην πίσω μεριά του πλοίου. Ήθελα να δω το νησί και τα φώτα του λιμανιού. Από το σημείο που καθόμουν, ένα μικρό μπαλκονάκι, ακριβώς δίπλα από την πόρτα της γέφυρας μπορούσα να δω άνετα και την μπροστινή πλευρά του πλοίου και το πέλαγος. Ξαναγύρισα προς το νησί. Η ώρα για αναχώρηση ζύγωνε, αλλά η γέφυρα ήταν άδεια. Τράβηξα μια γερή τζούρα καφέ και πρόσθεσα και μια τσιγάρου. Ξεφύσηξα και ρούφηξα ξανά λιμανίσιο αέρα. Γύρισα ξαφνικά και είδα τον καπετάνιο, έναν τύπο γύρω στα εξήντα να ανεβαίνει με θόρυβο τις σκάλες φωνάζοντας στον ναύτη που ήταν ακριβώς έξω από την μπουκαπόρτα: «Αντρέα ετοιμάσου να λύσουμε.» Μπήκε στην γέφυρα και μετά από λίγο ένιωσα την μηχανή να ανεβάζει στροφές.

Από την άλλη πλευρά του ημικυκλικού  λιμανιού είδα κάτι να κινείται. Ήταν σίγουρα δίτροχο και βιαστικό. Ναι, ήταν ένα παλιό μηχανάκι που ερχόταν γρήγορα προς το μέρος μας. Είχε δύο επιβάτες και μια βραχνή κόρνα, που την πατούσαν συνέχεια σαν να ήθελαν να ειδοποιήσουν κάποιον. Ο καπετάνιος έριξε μια ματιά έξω από την πόρτα προς την πλώρη και έκανε μια κυκλική κίνηση με το υψωμένο του χέρι στον «Αντρέα» να λύσει. Δεν είχε δει το μηχανάκι που ερχόταν. Τον κοίταξα με νόημα και κατόπιν του το έδειξα με τα μάτια μου. Μειδίασε προσπαθώντας και αυτός να δει καθαρότερα.

Ήταν ένας άνδρας νέος, ο οδηγός, και μια κοπέλα πίσω τον κρατούσε αγκαλιά και προσπαθούσε ταυτόχρονα να ισορροπήσει με τον σάκο που είχε κρεμασμένο στον ώμο της. Έπρεπε να διανύσουν ακόμα διακόσια μέτρα. Ήταν ολοφάνερο ότι ερχόντουσαν για το φέρυ.

Ο «Ανδρέας» είχε βγάλει τον κάβο από την δέστρα, και προσπαθούσε να μαζέψει εκείνα τα μεγάλα σχοίνινα πατάκια που βάζουν για να μην «βρίσκουν» τα οχήματα στην μπουκαπόρτα. Ένιωσα το φέρυ να κινείται ελαφρά με ανάποδα. Κοίταξα τον καπετάνιο από το φινιστρίνι. Το μηχανάκι πλησίαζε. Είχε να διανύσει ακόμα μερικές δεκάδες μέτρα. Μα τι κάνει σκέφτηκα. Δεν θα τους περιμένει;

Άκουσα την μπουκαπόρτα που δεν είχε σηκωθεί ακόμα  να στριγγλίζει στα τσιμέντα του λιμανιού. Χωρίς τους κάβους το πλοίο προσπαθούσε να κάνει αργά προς τα πίσω για να ξεκολλήσει και η κόρνα από το μηχανάκι έδινε τις τελευταίες της εκπνοές. Ο καπετάνιος ξαναβγήκε για μια στιγμή στο μπαλκονάκι και ξαναχάθηκε και πάλι στην γέφυρα. Άκουσα την μπουκαπόρτα να σηκώνεται  αργά, τόσο όσο να μην γδέρνεται στον ντόκο.

Το μηχανάκι έφτασε την στιγμή που απόμενε μόνο ένα μέτρο της μεταλλικής πόρτας πάνω από το λιμάνι. Το κορίτσι κατέβηκε βιαστικά και με μια κίνηση έριξε το σάκο πάνω στο πλοίο. Μόνο τον σάκο πέταξε. Αυτή γύρισε στο μηχανάκι, πήρε τον οδηγό αγκαλιά και κόλλησαν τα χείλη τους σαν να επρόκειτο να μην ξαναϊδωθούν ποτέ. Η μεταλλική πόρτα του πλοίου είχε οριζοντιωθεί πλήρως και έπαιρνε την ανιούσα. Το ζευγάρι φιλιόταν ακόμα. Πάει αυτό ήταν, θα το χάσουν το φέρυ.  Ο καπετάνιος πάτησε ένα  συριγμό, έκανε κράτει τα ανάποδα, η μπουκαρπόρτα ανέβαινε κι άλλο, αλλά αργά. Το ζευγάρι εκεί. Στα δικά του δευτερόλεπτα πάθους. Την τελευταία στιγμή, η κοπέλα άφησε τοv οδηγό της ζωής της και έκανε ένα σάλτο την ώρα που το καράβι απείχε πάνω από ένα μέτρο από το άκρη του λιμανιού.   Σήκωσε στο ώμο της τον σάκο και γύρισε τα μάτια της προς το λιμάνι. Έκατσε για μερικές στιγμές ακόμα πάνω στην μπουκαπόρτα που σηκωνόταν, όσο η κλίση της το επέτρεπε και κατόπιν με γρήγορα βήματα ανέβηκε την πρώτη σκάλα μέχρι την είσοδο του σαλονιού. Όσο βγαίναμε από το λιμάνι το μηχανάκι πήγε αργά μέχρι την άκρη της προβλήτας, πήρε θέση προς την ανοικτή θάλασσα και για όση ώρα μπορούσε να διακρίνει το πλοίο, έμεινε εκεί και αναβόσβηνε τον προβολέα του. Το κορίτσι ακίνητο κοιτούσε το λιμάνι. Είχε σταθεί στο σημείο που είχε πρωτο-ανέβει  και έμεινε εκεί να κοιτά τα φέξια που αναβόσβηναν. Μέχρι που ξημέρωσε και το νησί με τα φώτα του χάθηκαν από τα μάτια μας.

Σημ: τα φέξια = τα φώτα, οι προβολείς

Photo credit: usman9 via Foter.com / CC BY

2 thoughts on “Όσο αναβοσβήνουν τα φέξια

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *