Category Archives: Άνθρωποι

Σημαντικές προσωπικότητες. Ανθρώπινες ιστορίες. Δράματα, πάθη αλλά και το έργο ανθρώπων που μεγαλούργησαν.

Photo credit: usman9 via Foter.com / CC BY

Όσο αναβοσβήνουν τα φέξια

Νοέμβριος του ’95. Κάλυμνος. Έξι ώρα, χαράματα, πέρασα την πόρτα του ξενοδοχείου ζωσμένος με τα πράγματα, που κουβαλούν συνήθως οι εμπορικοί αντιπρόσωποι στα ταξίδια τους και κατευθύνθηκα πεζός για την άλλη άκρη του λιμανιού. Έφτασα έξω από το μικρό φέρυ και με ένα βλέμμα ο ναύτης μου έκανε νόημα. «Ανέβα».

Άφησα την βαλίτσα και ένα σακβουαγιάζ στο αριστερό αποθηκάκι της πλώρης, δίπλα σε κάτι κακομαζεμένους κάβους και ανέβηκα στο σαλόνι. Ήθελα να κάτσω έξω, να απολαύσω το πρώτο φως της μέρας και το μικρό ταξίδι, που θα μου άλλαζε νησί και ανθρώπους, όμως και κρύο έκανε και φυσούσε. Μπήκα. Ας πάρω καφέ είπα και βλέπουμε. Τρεις καλόγριες με κόκκινα Continue reading

Βαρβάκειος αγορά Αθήνας

Ο Τάκης ο Κουδούνας

Το καλοκαίρι του “βρώμικου” ’89, με το που τελείωσαν οι εξετάσεις έπιασα ξανά δουλειά στο μαγέρικο του Σιδέρη. Ημερήσια βάρδια στην λάντζα. Είχα κάνει συμφωνία με την κυρία Τασία να της δουλέψω την άδεια. “Άμα δεν βρούνε αντικαταστάτη δεν θα μου δώκουνε την άδεια. Πες εσύ ότι θα δουλέψεις και έχω κανονίσει να πάρεις ό,τι λεφτά μου δίνουν και εμένα”. Είπα “ναι” και ξεκίνησα. Ακριβώς την επόμενη μέρα των εξετάσεων. Είχα να διαλέξω μεταξύ οικοδομής και μαγέρικου. Νίκησε το μαγέρικο και τα ογδόντα χιλιάρικα μηνιάτικο, που τουλάχιστον θα κερδιζόντουσαν υπό σκιάν.

Την ανθρωπογεωγραφία της κρεαταγοράς την γνώριζα ήδη. Χασαπάκια, μανάβηδες από απέναντι, ψαραγορίτες από τα εσωτερικά της Βαρβακείου και διάφοροι Continue reading

Ο Σαμψών

Ο Σαμψών. Απέξω απ’ το οπλοπωλείο του Καλκατζάκου στην οδό Αθηνάς. Δίπλα από το Δημαρχείο της Κοτζιά. Θυμάμαι τις Κυριακές τα μεσημέρια στα όμορφα χρόνια του ΄70, κόσμος-μιλιούνια σε ένα μεγάλο κύκλο.

Γυρίζαμε εκείνη την ώρα από την «Μουριά». Ένα μικρό καφενεδάκι στο πλάι της Χρυσοσπηλιώτισσας. Μαζευόντουσαν εκεί κάθε Κυριακή πρωί πατριώτες από το χωριό των δικών μου. Μας έπαιρνε ο πατέρας μου και πηγαίναμε. Αρχίζανε αυτοί, τους καφέδες, τα νέα από το χωριό, ποιος αρραβωνιάστηκε, ποιος πέθανε. Για εμάς, γλυκό του κουταλιού. Τσακώνονταν ποιος θα πληρώσει το κερασάκι που παραγγέλναμε. Μετά το ρίχνανε στα ούζα. Και εμείς κλέβαμε ντροπαλά τους μεζέδες. Κατά τη μία φεύγαμε. Ξέραμε όμως πως θα κάνουμε στάση στον Σαμψών.

Έβγαζε στο τέλος κι ένα σκούφο και ρίχναμε δραχμές και δίφραγκα. Αλλά και αυτός ωραίος, έκανε κλήρωση μια σακούλα με μπισκότα, τσιγάρα και παστέλια. Και πως τύχαινε, όλο κάποιος φαντάρος να τα κέρδιζε ή κανένας πολύτεκνος που είχε μπροστά στα πόδια του τα παιδιά του απλωμένα και τον κοιτούσαν όλοι μαζί με μάτια ορθάνοιχτα.

Έδινε την σακούλα, έπαιρνε το χειροκρότημα και εμείς κατηφορίζαμε την Ζήνωνος να προλάβουμε ζεστό το κυριακάτικο φαγητό.

Θένκιου φρέντ. Θένκιου

Πριν μέρες βρισκόμουν σε ένα παιδικό πάρτι του σχολείου του γιου μου. Μόλις το πάρτι τελείωσε ένα γονιός ήρθε και με έπιασε: “Θα έρθεις μαζί μου να πάμε να δώσουμε τα φαγητά που περίσσεψαν;” Μετά από λίγο βρεθήκαμε οι δυο μας στην πλατεία Βικτωρίας. Ήταν το προηγούμενο βράδυ από την μέρα που ο Δήμος Αθηναίων μαζί με την αστυνομία άδειασε την πλατεία. Είχαμε ξαναμαζέψει σαν οικογένεια κι άλλες φορές ρούχα και πράγματα αλλά είχε τύχει να μην τα παραδώσω εγώ ο ίδιος, αλλά άλλος δικός μου άνθρωπος.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν ένιωσα ανάμεικτα συναισθήματα. Επιβεβαίωσα πως το όλο θέμα με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες δεν είναι ούτε μαύρο, ούτε άσπρο. Έχει γκρίζες ζώνες πολλές. Και πέρα από αυτές τις γκρι ζώνες δίνει και πολλές ευκαιρίες για σπέκουλα ένθεν κι ένθεν.
Εγώ λοιπόν θα σταθώ στο εξής: Κάποια στιγμή πλησιάζω μια μικρή ομάδα: “Φούντ;”, τους ρωτάω με τα άπταιστα αγγλικά μου. “Ντου γιου γουόντ φούντ;” συνεχίζω. Σηκώθηκε ένα παλικάρι από μια βρώμικη κουβέρτα, κοίταξε το κουτί που κρατούσα, πήρε ένα τυροπιτάκι, έβαλε το δεξί χέρι στην καρδιά του, με κοίταξε και μου είπε και αυτός στα ίδια αγγλικά με τα δικά μου:

“Θένκιου φρέντ. Θένκιου”

Αυτό το “θενκιού” δεν νομίζω να το ξεχάσω ποτέ. Και όσο κι αν ακούω από δεξιά και αριστερά μαυρίλες ή μανιπουλάρισμα, αυτό το θενκιού θα μου θυμίζει πως ότι και εάν συμβαίνει γύρω μας η ανθρωπιά θα παραμένει το πιο δυνατό συναίσθημα.Και φυσικά δεν μιλώ για την ανθρωπιά την δική μου. Σιγά το πράγμα που έκανα. Μιλάω για αυτό που ήθελε αυτός να προσφέρει.

Δεκάξι υφαδιές στον πόντο

Ο Αντρέας ήταν παλιός τεχνίτης πλεκτικών μηχανών στην Πειραϊκή Πατραϊκή. Μετά το κλείσιμο της εταιρείας και τις μαζικές απολύσεις βρέθηκε άνεργος με τρία παιδιά. Με τα πολλά κατάφερε και νοίκιασε το περίπτερο απέναντι από το μαγέρικο του Νικολάρα. Πάνω από το μαγέρικο ορθωνόταν το ξενοδοχείο Ολύμπικ. Σε εκείνο το ξενοδοχείο κατέλυαν τα «κορίτσα». Έτσι τις έλεγε. Τα «κορίτσα» ήταν ανατολικοευρωπαίες που τις έφερναν μπουλούκια-μπουλούκια για να επανδρώσουν τα κωλάδικα της περιοχής. Έμεναν μια εβδομάδα και μετά εξαφανιζόντουσαν για να τις αντικαταστήσει νέο αίμα.

Από ’κεινο λοιπόν το περίπτερο, που ήταν και το κοντινότερο στο σπίτι μου, ξεκινούσα σχεδόν κάθε απόγευμα τις εξόδους μου. Στάση για τσιγάρα, γέμισμα αναπτήρα, ματιές στα πρωτοσέλιδα και ακρόαση των ιστοριών του Αντρέα, που πάντα κάτι είχε να σου πει. Βγαίνανε και τα «κορίτσα» στολισμένα, στα μπαλκονάκια του χοτέλ και περίμεναν μέχρι να έρθουν να τις παραλάβουν κάτι μισθωμένα ταξί που έκαναν τις διανομές.

Η πόρτα του περιπτέρου ήταν προς το δρόμο περασιά με το κράσπεδο. Την άνοιγε και στεκόταν μισός μέσα, μισός έξω, για να εξυπηρετεί και την πελατεία από την μπροστινή θυρίδα που κοιτούσε στο πεζοδρόμιο. Είχε και κανα-δυο τελάρα στο δρόμο για να μην παρκάρουν και του κλείνουν την πόρτα τα οποία γινόντουσαν πρώτης τάξεως στασίδια για λακριντί και οφθαλμόλουτρο προς το Ολύμπικ.

«Τις βλέπεις; Αυτές αραιώνουνε υφαδιές από τόπια ολόκληρα» μου λέει μια μέρα ο Αντρέας. Είδε πως δεν το κατάλαβα και μου εξήγησε τι εννοούσε:

Το ’68 όταν ήταν τεχνίτης στην Πειραϊκή, έσκασε το σκάνδαλο της κατάχρησης του ταμείου της εταιρείας από τον οικονομικό διευθυντή της. Οι εφημερίδες οργίαζαν ότι ο περί ού ο λόγος έβαλε χοντρό χέρι στο ταμείο και τα ΄φαγε με την πιο μεγάλη φίρμα της εποχής. Με την Ζωζώ. Μια είναι η Ζωζώ. Όταν λοιπόν το σκάνδαλο ξέσπασε η εταιρεία προσπάθησε να καλύψει την χασούρα με κάθε τρόπο. Έτσι λοιπόν μια μέρα, τους μαζεύει ο εργοδηγός και τους λέει:

«Λοιπόν όσοι δουλεύετε στις μηχανές του τεντόπανου, εκείνου του καλού, να πάτε να τις ρυθμίσετε και να μειώσετε τις υφαδιές κατά μια. Από σήμερα και πέρα, δεκάξι υφαδιές στον πόντο!»

Φωτό: Spiros Vathis via Foter.com / CC BY-ND

Στο ΚΤΕΛ

Να ΄σαι σε ΚΤΕΛ με οδηγό τον Αργύρη Μπακιρτζή και να κοιτάς λάγνα την κοπελιά στην απέναντι σειρά. Να ΄ναι καλοκαίρι. Να κάνει ζέστη και το φουστάνι της να χάσκει και να σου δείχνει το αγνό της στήθος. Να κάνει το ΚΤΕΛ το Πύργο-Πάτρα αλλά να μην είναι το express, να είναι το άλλο που πάει από όλα τα χωριά. Να μπαίνει κηδεία και να φωνάζουν οι γριές: “Την πήρε παρθένα ο χάρος” και η κοπελιά με το ανοιχτό φουστάνι να το παίρνει απόφαση και χωρίς φόβο αλλά με πάθος να έρχεται και να κάθετε πάνω σου και να ζητά να την πάρεις μακριά από τον θάνατο. Να την κάνεις να αναστενάζει και να κολλά το πρόσωπο της στο τζάμι. Αυτό. Αυτό που κάνει μια ταινία πρώτη στην λίστα σου. Αυτό που σου θυμίζει νεότητα. Αυτό που είναι σημαδούρα στην ζωή σου. Αυτό που δεν θα μπορείς εύκολα να το εξηγήσεις στον καθένα.

Παραγγελία

Δεκαετία ’90. Φθινόπωρο. Απογευματάκι Κυριακής σε παραλίμνιο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας. Η τηλεόραση στην καινούργια καφετέρια του χωριού παίζει πεντάλεπτο δελτίο ειδήσεων την στιγμή που γίνεται η μίνι ανασκόπηση των ματς που μόλις είχαν τελειώσει. Ο μπάρμαν-λέμε τώρα-ιδιοκτήτης κάθετε μόνος του απέξω από τον πάγκο πάνω σε ένα σκαμπό έτοιμος να κοιμηθεί από την ζέστη και την υγρασία. Το μαγαζί να μυρίζει επιδοτήσεις ΠΑΣΟΚ, καθρέφτες στους τοίχους, μια ντισκόμπαλά κρεμασμένη πάνω από τα άδεια πικάπς απλώνει ανταύγειες στην παχιά, πέντε εκατοστών παρακαλώ, λευκή μοκέτα. Continue reading

Ρεπετισιόν

Δευτεροετής θα ‘μουνα. Τελείωσε το μάθημα μεσημέρι. Μου είχε ξεμείνει ένα αυτοκίνητο μιανής, που το είχε αφήσει να της το πάω στην Αθήνα, θεία μιας φίλης του κολλητού μου, σαρανταπεντάρα, ωραία γυναίκα.

Το ‘χα το αμάξι λοιπόν και το ‘παιζα εποχούμενος σαν σκεπάρνι γύφτικο. Βλέπεις στην σχολή οι περισσότεροι είχαν αυτοκίνητο, γόνοι μηχανικών γαρ, εμείς, κάτι λίγοι, παιδιά οικοδόμων και υπαλλήλων μας έτρωγε το αστικό και το ” προχωράτε στο βάθος έχει χώρο”.

Σχολάμε λοιπόν και στο πάρκινγ με πλησιάζει, συμφοιτήτρια “ανωτέρας κλάσεως, τάξεως και προδιαγραφών” σκύβει στο παράθυρο και μου λέει: “Μπορείς να με κατεβάσεις μέχρι την Ακτή Δημαίων που ‘χω αφήσει το αμάξι μου στο συνεργείο;” Continue reading

Ο Old Βoy μιλά στο parisk.gr

Ο Old Boy αρθρογραφεί από το 2005 στο http://old-boy.blogspot.gr/, στο περιοδικό Unfollow από το πρώτο τεύχος, στην Ελευθεροτυπία και στο elculture.gr

Ακούστε την συνέντευξη που έδωσε στο μικρόφωνο του parisk.gr να μιλά και να εξηγεί από το γιατί έδεσε την ψηφιακή του εικόνα με μια κορεάτικη ταινία βίας μέχρι την ΕΡΤ, την ομάδα αλήθειας της ΝΔ, τον φασισμό αλλά και την αριστερά στην Ελλάδα του σήμερα.

Βρείτε τον Old Boy στο Facebook εδώ: https://www.facebook.com/oh.daesu.73

Ο Ευτύχης Μπλέτσας μιλά στο parisk.gr

Ο Ευτύχης Μπλέτσας στο parisk.gr

O Ευτύχης Μπλέτσας σχολιάζει τα εκλογομαγειρέματα στην camera του parisk.gr

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Ευτύχη που δέχθηκε να μας δώσει την συνέντευξη.

Ευτύχη… καλή επιτυχία σε ότι κάνεις. Και να είσαι πάντα γεμάτος ζωντάνια.

Ο Ευτύχης Μπλέτσας είναι συγγραφέας της «Μαγειρικής Οικονομίας», και της «Θετικής
Ενέργειας» παρουσιαστής στην «Κουζίνα της Μαμάς» και στο «Food IQ», και
δημιουργός της παράστασης «Μουσικομαγειρέματα» που προάγει την Υγεία με
Εκπαιδευτική Ψυχαγωγία. Βρείτε τον Ευτύχη στο youTube: www.youTube.com/FTBLETSAS

Του παππού μου το κάγκελο

Παππούς Σκαρφαλώνει στην Κηφισίας 1η πράξη.
Παππούς Σκαρφαλώνει στην Κηφισίας 1η πράξη

26 Οκτώβρη του 2011 μεσημεράκι στην Κηφισίας στο ύψος του ΟΤΕ. Ο παππούς στην Φωτογραφία θέλει να περάσει τον δρόμο σε σημείο που δεν έχει διάβαση αλλά νησίδα με διπλή προστατευτική μπάρα. Κάθε κατεύθυνση 3 λωρίδες. Κάθε λωρίδα αυτοκίνητα που  τρέχουν το λιγότερο με 50Km/ώρα.

Ο παππούς θέλει να κλέψει δρόμο. Θέλει να πάει απέναντι στην τράπεζα. Θέλει να κλέψει και στην ουρά στην τράπεζα. Ο παππούς αυτός ψηφίζει. Ο παππούς αυτός έχει εγγόνια. Ο παππούς αυτός πείνασε στην κατοχή αλλά το ’81 έβαλε τα παιδιά του στο Δημόσιο “πηδώντας” από το παράθυρο. Προς τα μέσα.

Ο παππούς έχει να σου πει ιστορίες για τα χρόνια του ’60. Ο παππούς αυτός ήταν σκαρφαλωμένος σε παρόμοια νησίδα το ’74 στην Λ. Συγγρού περιμένοντας τον “σωτήρα” Καραμανλή. Μερικές μέρες αργότερα ξαναπήγε και περίμενε τον Α. Παπανδρέου.

Ο παππούς είναι συνταξιούχος αλλά τα ‘χει κλειστά τα φράγκα στην Τράπεζα και κάθε μέρα πηγαίνει και ρωτάει τον κουστουμάτο διευθυντή μήπως κινδυνεύουν “οι κόποι μιας ζωής”. Ο παππούς μια ζωή στα… κάγκελα.

Αυτός ο παππούς που όλοι έχουμε μέσα μας πρέπει να πεθάνει. Όπως πάει θα πεθάνει από ατύχημα. Τροχαίο?  Πιστωτικό ? δεν ξέρω. Αλλά ώρες ώρες σκέφτομαι πως εάν δεν αλλάξουμε την κακή μας νοοτροπία ΣΤΑ ΠΑΝΤΑ θα μας διαβάσει ο παπάς το Ἄμωμοι ἐν ὁδῷ, ἀλληλούϊα.

Παππούς Σκαρφαλώνει στην Κηφισίας 2η πράξη
Παππούς Σκαρφαλώνει στην Κηφισίας 2η πράξη
Παππούς Σκαρφαλώνει στην Κηφισίας 3η πράξη
Παππούς Σκαρφαλώνει στην Κηφισίας 3η πράξη