Ο Σαμψών

Ο Σαμψών. Απέξω απ’ το οπλοπωλείο του Καλκατζάκου στην οδό Αθηνάς. Δίπλα από το Δημαρχείο της Κοτζιά. Θυμάμαι τις Κυριακές τα μεσημέρια στα όμορφα χρόνια του ΄70, κόσμος-μιλιούνια σε ένα μεγάλο κύκλο.

Γυρίζαμε εκείνη την ώρα από την «Μουριά». Ένα μικρό καφενεδάκι στο πλάι της Χρυσοσπηλιώτισσας. Μαζευόντουσαν εκεί κάθε Κυριακή πρωί πατριώτες από το χωριό των δικών μου. Μας έπαιρνε ο πατέρας μου και πηγαίναμε. Αρχίζανε αυτοί, τους καφέδες, τα νέα από το χωριό, ποιος αρραβωνιάστηκε, ποιος πέθανε. Για εμάς, γλυκό του κουταλιού. Τσακώνονταν ποιος θα πληρώσει το κερασάκι που παραγγέλναμε. Μετά το ρίχνανε στα ούζα. Και εμείς κλέβαμε ντροπαλά τους μεζέδες. Κατά τη μία φεύγαμε. Ξέραμε όμως πως θα κάνουμε στάση στον Σαμψών.

Έβγαζε στο τέλος κι ένα σκούφο και ρίχναμε δραχμές και δίφραγκα. Αλλά και αυτός ωραίος, έκανε κλήρωση μια σακούλα με μπισκότα, τσιγάρα και παστέλια. Και πως τύχαινε, όλο κάποιος φαντάρος να τα κέρδιζε ή κανένας πολύτεκνος που είχε μπροστά στα πόδια του τα παιδιά του απλωμένα και τον κοιτούσαν όλοι μαζί με μάτια ορθάνοιχτα.

Έδινε την σακούλα, έπαιρνε το χειροκρότημα και εμείς κατηφορίζαμε την Ζήνωνος να προλάβουμε ζεστό το κυριακάτικο φαγητό.