Tag Archives: μικρές ιστορίες

Μικρές ιστορίες και διηγήματα

Με μια ανθοδέσμη αγκινάρες

Με μια ανθοδέσμη αγκινάρες

Το μαγαζί, ο θεός να το κάνει μαγαζί, ήτο παραλιακό. Βασικά ούτε μαγαζί δεν ήτανε. Μια τροχοβίλα στηριγμένη πάνω σε τέσσερις τσιμεντόλιθους. Ο φωτισμός στο περιβάλλοντα χώρο ερχόταν από μια τεραστίων διαστάσεων μεταλλική κολώνα που στηριζόταν σε μια οκταγωνική βάση από μπετό. Ήταν η τελευταία κολώνα του λιμανιού και η μοναδική πηγή φωτός. Τα τραπεζάκια, κάτι εμαγιέ, πρώην λευκά, ξεφτισμένα. Δύο καρέκλες ίδιες δεν υπήρχαν. Σαν όταν να ξεκίνησε την λειτουργία του το κατάστημα, ο καθένας να έφερε και από μια Continue reading

Αμαρκέ

Στο καφενείο που συχνάζω δουλεύουν πέντε-εξι παλικάρια το ένα καλύτερο από το άλλο. Προχθές μετά τα τσίπουρα, την ώρα του λογαριασμού, πληρώνω… «Πάρε και αυτά δικά σου», και έχοντας το θάρρος στο εν λόγω κατάστημα του λέω: «…και φέρε για το «σβήσιμο» μια μπύρα αμαρκέ.»

-«Τι σημαίνει αμαρκέ;» ρώτησε το παλικάρι, τσικγλίζοντας με για να ακούσει ακόμα μια μικρή ιστοριούλα. Και του απάντησα:

Παλιά, στα μαγαζιά οι σερβιτόροι με το που ξεκινούσαν την βάρδια, πήγαιναν στον πασαδόρο-ταμία του καταστήματος και έδιναν αληθινά χρήματα και τα άλλαζαν με μάρκες. Έδιναν για παράδειγμα πέντε χιλιάδες δραχμές και έπαιρναν αντίστοιχης αξίας μάρκες. Δεν ήταν χοντρές σαν αυτές που έχουν στα καζίνα. Ήταν λεπτές, σαν πένες κιθάρας, χρωματιστές και στρόγγυλες. Κόκκινες του κατοστάρικου, γαλάζιες των πενήντα, λευκές τα δεκάρικα και κίτρινες για τα δίφραγκα. Για να αντιστοιχούν και να ξεχωρίζουν εύκολα με το μάτι στο χρώμα των τότε χαρτονομισμάτων.

Έπαιρνε παραγγελία το σερβιτόρι, προσερχόταν στον πάγκο έπαιρνε τα πιάτα, πλήρωνε σε μάρκες με τιμές «χονδρικής» που ήταν δεκατρία τοις εκατό πιο κάτω και αφού ο πελάτης έτρωγε και ερχόταν η ώρα του λογαριασμού τον πλήρωνε δίνοντας του κανονικά χαρτονομίσματα. Έτσι τα σερβιτόρια στο τέλος της μέρας είχαν ξαναμαζέψει σε πραγματικά χρήματα όσα είχαν δώσει στην αρχή της βάρδιας συν ένα ποσοστό, όπου ήταν και το πραγματικό τους μεροκάματο.

Όταν λοιπόν το μαγαζί ήθελε να κεράσει μια παρέα φώναζε τον σερβιτόρο που είχε το τραπέζι και του λέγε: «Αμαρκέ! Δώσε αυτά στο «Δύο» από το κατάστημα.» Δηλαδή δεν έπαιρνε μάρκα από τον σερβιτόρο. Εξού και η λέξη αμαρκέ, όπου το άλφα στερητικό και απλήρωτο.

Σημείωσης: Από το δεκατρία τοις εκατό που κέρδιζαν τα σερβιτόρια, το τρία έπρεπε να το δώσουν σε εμάς τους βοηθούς, αλλά πολλοί έκαναν την «παλαβή» και μέναμε εμείς οι πιτσιρικάδες με τα φραγκοδρίφραγκα που μπορεί να άφηναν οι πελάτες στα τραπέζια.

Βαρβάκειος αγορά Αθήνας

Ο Τάκης ο Κουδούνας

Το καλοκαίρι του “βρώμικου” ’89, με το που τελείωσαν οι εξετάσεις έπιασα ξανά δουλειά στο μαγέρικο του Σιδέρη. Ημερήσια βάρδια στην λάντζα. Είχα κάνει συμφωνία με την κυρία Τασία να της δουλέψω την άδεια. “Άμα δεν βρούνε αντικαταστάτη δεν θα μου δώκουνε την άδεια. Πες εσύ ότι θα δουλέψεις και έχω κανονίσει να πάρεις ό,τι λεφτά μου δίνουν και εμένα”. Είπα “ναι” και ξεκίνησα. Ακριβώς την επόμενη μέρα των εξετάσεων. Είχα να διαλέξω μεταξύ οικοδομής και μαγέρικου. Νίκησε το μαγέρικο και τα ογδόντα χιλιάρικα μηνιάτικο, που τουλάχιστον θα κερδιζόντουσαν υπό σκιάν.

Την ανθρωπογεωγραφία της κρεαταγοράς την γνώριζα ήδη. Χασαπάκια, μανάβηδες από απέναντι, ψαραγορίτες από τα εσωτερικά της Βαρβακείου και διάφοροι Continue reading

Ο Σαμψών

Ο Σαμψών. Απέξω απ’ το οπλοπωλείο του Καλκατζάκου στην οδό Αθηνάς. Δίπλα από το Δημαρχείο της Κοτζιά. Θυμάμαι τις Κυριακές τα μεσημέρια στα όμορφα χρόνια του ΄70, κόσμος-μιλιούνια σε ένα μεγάλο κύκλο.

Γυρίζαμε εκείνη την ώρα από την «Μουριά». Ένα μικρό καφενεδάκι στο πλάι της Χρυσοσπηλιώτισσας. Μαζευόντουσαν εκεί κάθε Κυριακή πρωί πατριώτες από το χωριό των δικών μου. Μας έπαιρνε ο πατέρας μου και πηγαίναμε. Αρχίζανε αυτοί, τους καφέδες, τα νέα από το χωριό, ποιος αρραβωνιάστηκε, ποιος πέθανε. Για εμάς, γλυκό του κουταλιού. Τσακώνονταν ποιος θα πληρώσει το κερασάκι που παραγγέλναμε. Μετά το ρίχνανε στα ούζα. Και εμείς κλέβαμε ντροπαλά τους μεζέδες. Κατά τη μία φεύγαμε. Ξέραμε όμως πως θα κάνουμε στάση στον Σαμψών.

Έβγαζε στο τέλος κι ένα σκούφο και ρίχναμε δραχμές και δίφραγκα. Αλλά και αυτός ωραίος, έκανε κλήρωση μια σακούλα με μπισκότα, τσιγάρα και παστέλια. Και πως τύχαινε, όλο κάποιος φαντάρος να τα κέρδιζε ή κανένας πολύτεκνος που είχε μπροστά στα πόδια του τα παιδιά του απλωμένα και τον κοιτούσαν όλοι μαζί με μάτια ορθάνοιχτα.

Έδινε την σακούλα, έπαιρνε το χειροκρότημα και εμείς κατηφορίζαμε την Ζήνωνος να προλάβουμε ζεστό το κυριακάτικο φαγητό.

Αυτά φίλε μόνο ραδιόφωνο

Υπάρχει μια κατηγορία τραγουδιών, αυτά που δεν ήθελα να τα έχω στην συλλογή των δίσκων και στο συρτάρι με τις κασέτες μου. Προτιμούσα να τα ακούω μόνο τυχαία. Ήθελα μονάχα η τύχη να τα φέρει πάνω μου. “Αυτά φίλε μόνο ραδιόφωνο!” έλεγα σε έναν παλιό ραδιοφωνικό παραγωγό όταν κάναμε βόλτες με κάτι δανεικά αμάξια και τύχαινε να ακούσουμε κάποιο.

Μια φορά, ανήμερα στα γενέθλεια μου βρέθηκα, μέσα από μια σειρά συμπτώσεων, μαζί του στο studio, στην δίωρη βραδινή εκπομπή του. Έριξετο σήμα και μου είπε: “Αδελφέ, απόψε θα παίξω μόνο τα… εκτός λίστας σου. Εξάλου είσαι στο ραδιόφωνο. Πάρ’το σαν δώρο.”

Σήμερα δεν μπορείς να ξεφύγεις από αυτά τα τραγούδια. Υπάρχει το youtube. Όλο και κάποιο από αυτά θα εμφανιστεί στα προτεινόμενα. Αυτό αποτελεί μια κάποια μετάλλαξη. Από εξόριστα σιγά-σιγά γίνονται προτεινόμενα. Μάλλον μεγαλώνουμε λίγο.

Photo credit: mariateresa toledo via Foter.com / CC BY-NC-ND

Θένκιου φρέντ. Θένκιου

Πριν μέρες βρισκόμουν σε ένα παιδικό πάρτι του σχολείου του γιου μου. Μόλις το πάρτι τελείωσε ένα γονιός ήρθε και με έπιασε: “Θα έρθεις μαζί μου να πάμε να δώσουμε τα φαγητά που περίσσεψαν;” Μετά από λίγο βρεθήκαμε οι δυο μας στην πλατεία Βικτωρίας. Ήταν το προηγούμενο βράδυ από την μέρα που ο Δήμος Αθηναίων μαζί με την αστυνομία άδειασε την πλατεία. Είχαμε ξαναμαζέψει σαν οικογένεια κι άλλες φορές ρούχα και πράγματα αλλά είχε τύχει να μην τα παραδώσω εγώ ο ίδιος, αλλά άλλος δικός μου άνθρωπος.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν ένιωσα ανάμεικτα συναισθήματα. Επιβεβαίωσα πως το όλο θέμα με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες δεν είναι ούτε μαύρο, ούτε άσπρο. Έχει γκρίζες ζώνες πολλές. Και πέρα από αυτές τις γκρι ζώνες δίνει και πολλές ευκαιρίες για σπέκουλα ένθεν κι ένθεν.
Εγώ λοιπόν θα σταθώ στο εξής: Κάποια στιγμή πλησιάζω μια μικρή ομάδα: “Φούντ;”, τους ρωτάω με τα άπταιστα αγγλικά μου. “Ντου γιου γουόντ φούντ;” συνεχίζω. Σηκώθηκε ένα παλικάρι από μια βρώμικη κουβέρτα, κοίταξε το κουτί που κρατούσα, πήρε ένα τυροπιτάκι, έβαλε το δεξί χέρι στην καρδιά του, με κοίταξε και μου είπε και αυτός στα ίδια αγγλικά με τα δικά μου:

“Θένκιου φρέντ. Θένκιου”

Αυτό το “θενκιού” δεν νομίζω να το ξεχάσω ποτέ. Και όσο κι αν ακούω από δεξιά και αριστερά μαυρίλες ή μανιπουλάρισμα, αυτό το θενκιού θα μου θυμίζει πως ότι και εάν συμβαίνει γύρω μας η ανθρωπιά θα παραμένει το πιο δυνατό συναίσθημα.Και φυσικά δεν μιλώ για την ανθρωπιά την δική μου. Σιγά το πράγμα που έκανα. Μιλάω για αυτό που ήθελε αυτός να προσφέρει.

Όλα είναι ζωντανά εδώ!

Ο Σπύρος ο Ζαγοραίος ήταν ο πρώτος Έλληνας τραγουδιστής που υιοθέτησε την δεκαετία του ’80 το ασύρματο μικρόφωνο στην Αθηναϊκή νύχτα. Για αυτόν ήταν μια κάποια λύση για το πρόβλημα που είχε με το κομμένο του χέρι αλλά από την άλλη η νέα τεχνολογία υπήρξε αφορμή και για πολλά σχόλια από τους θαμώνες των κέντρων που τραγουδούσε.

Βρέθηκαν λοιπόν κάποιοι που είπαν: “Πως γίνεται να τραγουδά κάποιος με μικρόφωνο που δεν έχει καλώδιο; Μήπως έχει μαγνητοφωνημένο το πρόγραμμα;”

Έτσι λοιπόν ο Ζαγοραίος για να ανατρέψει τις φήμες αποφάσισε να κάνει το εξής: Διάλεγε ένα τραγούδι που ξεσήκωνε το κοινό και αφού έλεγε το πρώτο ρεφρέν, άφηνε τους μουσικούς να παίζουν, κατέβαινε από την πίστα, περπατούσε ανάμεσα από τα τραπέζια και εξηγούσε στο κόσμο ότι το μικρόφωνο που κρατά είναι μια νέα τεχνολογία που έφερε από το εξωτερικό λόγω του προβλήματος του.

Για να γίνει μάλιστα πιστευτός στο τεχνοφοβικό κοινό των δυτικών προαστίων, που κατά τα άλλα τον λάτρευε, κάποια στιγμή σταμάταγε μπροστά σε κάποια κυρία και τις έλεγε:
“Να δες κυρία μου, δοκίμασε, πες κάτι και εσύ, να δείξουμε στο κόσμο ότι δεν έχουμε ηχογραφήσει τίποτα. Όλα είναι ζωντανά εδώ!”

Το είχαν δει με τα μάτια μου να το κάνει στο αναψυκτήριο Άκρον, στην Λένορμαν, σε λαϊκή απογευματινή, όπου μπορούσε κάποιος με πεντακόσιες δραχμές και μια γρανίτα να δει τις μεγαλύτερες φίρμες τις εποχής.

Η γάτα δεν πέθανε στο πλύσιμο. Η γάτα πέθανε στο στύψιμο.

Όταν δούλευα, παλιά, στην Βαρβάκειο, στο πατσατζίδικο του Σιδέρη, εμφανιζόταν μερικά βράδια μια μορφή, ένας τύπος βγαλμένος σαν από ταινία του Νίκου Νικολαΐδη, με μια ξεχαρβαλωμένη κιθάρα και έκανε τα σουλάτσα του τραγουδώντας στους νυχτερινούς θαμώνες της Αριστογείτονος.

Περνούσε από τα τρία μαγαζιά που ξενυχτούσαν και ευημερούσαν, καθόταν στο καθένα έξι-εφτά λεπτά από τα οποία τα πρώτα πέντε τα αφιέρωνε στο μουσικό του θέμα και κατόπιν ερχόταν το οικονομικό πρόγραμμα: Χούφτα παρατεταμένη και ότι προαιρείσθε. Ένα τραγούδι έπαιζε όλο κι όλο. Βασικά ούτε τραγούδι. Ένα ρεφρέν ήταν και τρία ακόρντα.

“Η γάτα δεν πέθανε στο πλύσιμο. Η γάτα πέθανε στο στύψιμο.”

Αυτό μόνο. Έπαιζε. Σταματούσε. Έπαιρνε μιαν ανάσα. Άπλωνε το χέρι και περίμενε κάτι να του ρίξεις. Στις περιπτώσεις που κάποιο τραπέζι αδιαφορούσε ως προς τις οικονομικές του απαιτήσεις, δεν κώλωνε, άπλωνε το χέρι και βούταγε καμιά πατάτα, κανένα κεφτέ, αναφωνώντας:

“Θα πεθάνει που θα πεθάνει η γάτα, μην πάει και νηστικιά!”

Κανείς δεν τον μάλωνε. Τους άφηνε πίσω να χαμογελούν και έμπαινε στο επόμενο μαγαζί.

Στο ΚΤΕΛ

Να ΄σαι σε ΚΤΕΛ με οδηγό τον Αργύρη Μπακιρτζή και να κοιτάς λάγνα την κοπελιά στην απέναντι σειρά. Να ΄ναι καλοκαίρι. Να κάνει ζέστη και το φουστάνι της να χάσκει και να σου δείχνει το αγνό της στήθος. Να κάνει το ΚΤΕΛ το Πύργο-Πάτρα αλλά να μην είναι το express, να είναι το άλλο που πάει από όλα τα χωριά. Να μπαίνει κηδεία και να φωνάζουν οι γριές: “Την πήρε παρθένα ο χάρος” και η κοπελιά με το ανοιχτό φουστάνι να το παίρνει απόφαση και χωρίς φόβο αλλά με πάθος να έρχεται και να κάθετε πάνω σου και να ζητά να την πάρεις μακριά από τον θάνατο. Να την κάνεις να αναστενάζει και να κολλά το πρόσωπο της στο τζάμι. Αυτό. Αυτό που κάνει μια ταινία πρώτη στην λίστα σου. Αυτό που σου θυμίζει νεότητα. Αυτό που είναι σημαδούρα στην ζωή σου. Αυτό που δεν θα μπορείς εύκολα να το εξηγήσεις στον καθένα.

Παραλία

Το καφενείο του «γιατρού» ήταν ακριβώς απέναντι από την πλατεία. Το πεζοδρόμιο μπροστά από το μαγαζί ήταν τέσσερις πλάκες όλες κι όλες σε πλάτος, παρότι ο δρόμος ήταν ο πιο εμπορικός όλης της πόλης. Κατά μήκος της τζαμαρίας του καφενείου ήταν στοιχισμένες, εφ’ ενός  ζυγού, πέντε καρέκλες που τις χώριζαν δύο τραπεζάκια, από εκείνα τα μικρά που έχουν οι χαρτοπαίχτες όταν κάθονται  στο τραπέζι της τσόχας.  Καρέκλα, τραπεζάκι, καρέκλα, καρέκλα, τραπεζάκι, καρέκλα. Τα υπόλοιπα τραπεζοκαθίσματα του μαγαζιού ήταν απλωμένα αδιάφορα στην πλατεία απέναντι. Καμιά δεκαριά τραπέζια λευκά, σαν ξεφτισμένες εμαγιέ λαμαρίνες, με δυο καρέκλες το καθένα.

Τα απογεύματα λοιπόν, σαν έπεφτε ο ήλιος και τα μαγαζιά άνοιγαν, πιάναμε τις εφ’ ενός ζυγού καρέκλες, πίνοντας τσίπουρα και τρώγοντας για μεζέ πεπόνι, αλατισμένο γουλί από λάχανο και ελιές . Τσίπουρα και χάζι στην «παραλία»  Έτσι το λέγαμε εκείνο το κομμάτι πεζοδρομίου. «Παραλία».

Κάποιες φορές στην τρίτη γύρα τσίπουρα, ξανάμπαινε θέμα: «Μα γιατί να το λέμε Παραλία; Πασαρέλα έπρεπε να το λέμε!» Και κατά ένα τρόπο η ένσταση δεν ήταν αβάσιμη:

Σε εκείνον τον δρόμο κάθε απόγευμα περνούσε ο μισός γυναικείος πληθυσμός της πόλης για βόλτα στις βιτρίνες και ψώνια. Continue reading

Παραγγελία

Δεκαετία ’90. Φθινόπωρο. Απογευματάκι Κυριακής σε παραλίμνιο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας. Η τηλεόραση στην καινούργια καφετέρια του χωριού παίζει πεντάλεπτο δελτίο ειδήσεων την στιγμή που γίνεται η μίνι ανασκόπηση των ματς που μόλις είχαν τελειώσει. Ο μπάρμαν-λέμε τώρα-ιδιοκτήτης κάθετε μόνος του απέξω από τον πάγκο πάνω σε ένα σκαμπό έτοιμος να κοιμηθεί από την ζέστη και την υγρασία. Το μαγαζί να μυρίζει επιδοτήσεις ΠΑΣΟΚ, καθρέφτες στους τοίχους, μια ντισκόμπαλά κρεμασμένη πάνω από τα άδεια πικάπς απλώνει ανταύγειες στην παχιά, πέντε εκατοστών παρακαλώ, λευκή μοκέτα. Continue reading

Ρεπετισιόν

Δευτεροετής θα ‘μουνα. Τελείωσε το μάθημα μεσημέρι. Μου είχε ξεμείνει ένα αυτοκίνητο μιανής, που το είχε αφήσει να της το πάω στην Αθήνα, θεία μιας φίλης του κολλητού μου, σαρανταπεντάρα, ωραία γυναίκα.

Το ‘χα το αμάξι λοιπόν και το ‘παιζα εποχούμενος σαν σκεπάρνι γύφτικο. Βλέπεις στην σχολή οι περισσότεροι είχαν αυτοκίνητο, γόνοι μηχανικών γαρ, εμείς, κάτι λίγοι, παιδιά οικοδόμων και υπαλλήλων μας έτρωγε το αστικό και το ” προχωράτε στο βάθος έχει χώρο”.

Σχολάμε λοιπόν και στο πάρκινγ με πλησιάζει, συμφοιτήτρια “ανωτέρας κλάσεως, τάξεως και προδιαγραφών” σκύβει στο παράθυρο και μου λέει: “Μπορείς να με κατεβάσεις μέχρι την Ακτή Δημαίων που ‘χω αφήσει το αμάξι μου στο συνεργείο;” Continue reading