Category Archives: Κοινωνία

Κοινωνία και σύστημα. Κοινωνικές δομές και κοινωνικές ανισότητες.

Με μια ανθοδέσμη αγκινάρες

Με μια ανθοδέσμη αγκινάρες

Το μαγαζί, ο θεός να το κάνει μαγαζί, ήτο παραλιακό. Βασικά ούτε μαγαζί δεν ήτανε. Μια τροχοβίλα στηριγμένη πάνω σε τέσσερις τσιμεντόλιθους. Ο φωτισμός στο περιβάλλοντα χώρο ερχόταν από μια τεραστίων διαστάσεων μεταλλική κολώνα που στηριζόταν σε μια οκταγωνική βάση από μπετό. Ήταν η τελευταία κολώνα του λιμανιού και η μοναδική πηγή φωτός. Τα τραπεζάκια, κάτι εμαγιέ, πρώην λευκά, ξεφτισμένα. Δύο καρέκλες ίδιες δεν υπήρχαν. Σαν όταν να ξεκίνησε την λειτουργία του το κατάστημα, ο καθένας να έφερε και από μια Continue reading

Αμαρκέ

Στο καφενείο που συχνάζω δουλεύουν πέντε-εξι παλικάρια το ένα καλύτερο από το άλλο. Προχθές μετά τα τσίπουρα, την ώρα του λογαριασμού, πληρώνω… «Πάρε και αυτά δικά σου», και έχοντας το θάρρος στο εν λόγω κατάστημα του λέω: «…και φέρε για το «σβήσιμο» μια μπύρα αμαρκέ.»

-«Τι σημαίνει αμαρκέ;» ρώτησε το παλικάρι, τσικγλίζοντας με για να ακούσει ακόμα μια μικρή ιστοριούλα. Και του απάντησα:

Παλιά, στα μαγαζιά οι σερβιτόροι με το που ξεκινούσαν την βάρδια, πήγαιναν στον πασαδόρο-ταμία του καταστήματος και έδιναν αληθινά χρήματα και τα άλλαζαν με μάρκες. Έδιναν για παράδειγμα πέντε χιλιάδες δραχμές και έπαιρναν αντίστοιχης αξίας μάρκες. Δεν ήταν χοντρές σαν αυτές που έχουν στα καζίνα. Ήταν λεπτές, σαν πένες κιθάρας, χρωματιστές και στρόγγυλες. Κόκκινες του κατοστάρικου, γαλάζιες των πενήντα, λευκές τα δεκάρικα και κίτρινες για τα δίφραγκα. Για να αντιστοιχούν και να ξεχωρίζουν εύκολα με το μάτι στο χρώμα των τότε χαρτονομισμάτων.

Έπαιρνε παραγγελία το σερβιτόρι, προσερχόταν στον πάγκο έπαιρνε τα πιάτα, πλήρωνε σε μάρκες με τιμές «χονδρικής» που ήταν δεκατρία τοις εκατό πιο κάτω και αφού ο πελάτης έτρωγε και ερχόταν η ώρα του λογαριασμού τον πλήρωνε δίνοντας του κανονικά χαρτονομίσματα. Έτσι τα σερβιτόρια στο τέλος της μέρας είχαν ξαναμαζέψει σε πραγματικά χρήματα όσα είχαν δώσει στην αρχή της βάρδιας συν ένα ποσοστό, όπου ήταν και το πραγματικό τους μεροκάματο.

Όταν λοιπόν το μαγαζί ήθελε να κεράσει μια παρέα φώναζε τον σερβιτόρο που είχε το τραπέζι και του λέγε: «Αμαρκέ! Δώσε αυτά στο «Δύο» από το κατάστημα.» Δηλαδή δεν έπαιρνε μάρκα από τον σερβιτόρο. Εξού και η λέξη αμαρκέ, όπου το άλφα στερητικό και απλήρωτο.

Σημείωσης: Από το δεκατρία τοις εκατό που κέρδιζαν τα σερβιτόρια, το τρία έπρεπε να το δώσουν σε εμάς τους βοηθούς, αλλά πολλοί έκαναν την «παλαβή» και μέναμε εμείς οι πιτσιρικάδες με τα φραγκοδρίφραγκα που μπορεί να άφηναν οι πελάτες στα τραπέζια.

Βαρβάκειος αγορά Αθήνας

Ο Τάκης ο Κουδούνας

Το καλοκαίρι του “βρώμικου” ’89, με το που τελείωσαν οι εξετάσεις έπιασα ξανά δουλειά στο μαγέρικο του Σιδέρη. Ημερήσια βάρδια στην λάντζα. Είχα κάνει συμφωνία με την κυρία Τασία να της δουλέψω την άδεια. “Άμα δεν βρούνε αντικαταστάτη δεν θα μου δώκουνε την άδεια. Πες εσύ ότι θα δουλέψεις και έχω κανονίσει να πάρεις ό,τι λεφτά μου δίνουν και εμένα”. Είπα “ναι” και ξεκίνησα. Ακριβώς την επόμενη μέρα των εξετάσεων. Είχα να διαλέξω μεταξύ οικοδομής και μαγέρικου. Νίκησε το μαγέρικο και τα ογδόντα χιλιάρικα μηνιάτικο, που τουλάχιστον θα κερδιζόντουσαν υπό σκιάν.

Την ανθρωπογεωγραφία της κρεαταγοράς την γνώριζα ήδη. Χασαπάκια, μανάβηδες από απέναντι, ψαραγορίτες από τα εσωτερικά της Βαρβακείου και διάφοροι Continue reading

Δεκάξι υφαδιές στον πόντο

Ο Αντρέας ήταν παλιός τεχνίτης πλεκτικών μηχανών στην Πειραϊκή Πατραϊκή. Μετά το κλείσιμο της εταιρείας και τις μαζικές απολύσεις βρέθηκε άνεργος με τρία παιδιά. Με τα πολλά κατάφερε και νοίκιασε το περίπτερο απέναντι από το μαγέρικο του Νικολάρα. Πάνω από το μαγέρικο ορθωνόταν το ξενοδοχείο Ολύμπικ. Σε εκείνο το ξενοδοχείο κατέλυαν τα «κορίτσα». Έτσι τις έλεγε. Τα «κορίτσα» ήταν ανατολικοευρωπαίες που τις έφερναν μπουλούκια-μπουλούκια για να επανδρώσουν τα κωλάδικα της περιοχής. Έμεναν μια εβδομάδα και μετά εξαφανιζόντουσαν για να τις αντικαταστήσει νέο αίμα.

Από ’κεινο λοιπόν το περίπτερο, που ήταν και το κοντινότερο στο σπίτι μου, ξεκινούσα σχεδόν κάθε απόγευμα τις εξόδους μου. Στάση για τσιγάρα, γέμισμα αναπτήρα, ματιές στα πρωτοσέλιδα και ακρόαση των ιστοριών του Αντρέα, που πάντα κάτι είχε να σου πει. Βγαίνανε και τα «κορίτσα» στολισμένα, στα μπαλκονάκια του χοτέλ και περίμεναν μέχρι να έρθουν να τις παραλάβουν κάτι μισθωμένα ταξί που έκαναν τις διανομές.

Η πόρτα του περιπτέρου ήταν προς το δρόμο περασιά με το κράσπεδο. Την άνοιγε και στεκόταν μισός μέσα, μισός έξω, για να εξυπηρετεί και την πελατεία από την μπροστινή θυρίδα που κοιτούσε στο πεζοδρόμιο. Είχε και κανα-δυο τελάρα στο δρόμο για να μην παρκάρουν και του κλείνουν την πόρτα τα οποία γινόντουσαν πρώτης τάξεως στασίδια για λακριντί και οφθαλμόλουτρο προς το Ολύμπικ.

«Τις βλέπεις; Αυτές αραιώνουνε υφαδιές από τόπια ολόκληρα» μου λέει μια μέρα ο Αντρέας. Είδε πως δεν το κατάλαβα και μου εξήγησε τι εννοούσε:

Το ’68 όταν ήταν τεχνίτης στην Πειραϊκή, έσκασε το σκάνδαλο της κατάχρησης του ταμείου της εταιρείας από τον οικονομικό διευθυντή της. Οι εφημερίδες οργίαζαν ότι ο περί ού ο λόγος έβαλε χοντρό χέρι στο ταμείο και τα ΄φαγε με την πιο μεγάλη φίρμα της εποχής. Με την Ζωζώ. Μια είναι η Ζωζώ. Όταν λοιπόν το σκάνδαλο ξέσπασε η εταιρεία προσπάθησε να καλύψει την χασούρα με κάθε τρόπο. Έτσι λοιπόν μια μέρα, τους μαζεύει ο εργοδηγός και τους λέει:

«Λοιπόν όσοι δουλεύετε στις μηχανές του τεντόπανου, εκείνου του καλού, να πάτε να τις ρυθμίσετε και να μειώσετε τις υφαδιές κατά μια. Από σήμερα και πέρα, δεκάξι υφαδιές στον πόντο!»

Φωτό: Spiros Vathis via Foter.com / CC BY-ND

Η γάτα δεν πέθανε στο πλύσιμο. Η γάτα πέθανε στο στύψιμο.

Όταν δούλευα, παλιά, στην Βαρβάκειο, στο πατσατζίδικο του Σιδέρη, εμφανιζόταν μερικά βράδια μια μορφή, ένας τύπος βγαλμένος σαν από ταινία του Νίκου Νικολαΐδη, με μια ξεχαρβαλωμένη κιθάρα και έκανε τα σουλάτσα του τραγουδώντας στους νυχτερινούς θαμώνες της Αριστογείτονος.

Περνούσε από τα τρία μαγαζιά που ξενυχτούσαν και ευημερούσαν, καθόταν στο καθένα έξι-εφτά λεπτά από τα οποία τα πρώτα πέντε τα αφιέρωνε στο μουσικό του θέμα και κατόπιν ερχόταν το οικονομικό πρόγραμμα: Χούφτα παρατεταμένη και ότι προαιρείσθε. Ένα τραγούδι έπαιζε όλο κι όλο. Βασικά ούτε τραγούδι. Ένα ρεφρέν ήταν και τρία ακόρντα.

“Η γάτα δεν πέθανε στο πλύσιμο. Η γάτα πέθανε στο στύψιμο.”

Αυτό μόνο. Έπαιζε. Σταματούσε. Έπαιρνε μιαν ανάσα. Άπλωνε το χέρι και περίμενε κάτι να του ρίξεις. Στις περιπτώσεις που κάποιο τραπέζι αδιαφορούσε ως προς τις οικονομικές του απαιτήσεις, δεν κώλωνε, άπλωνε το χέρι και βούταγε καμιά πατάτα, κανένα κεφτέ, αναφωνώντας:

“Θα πεθάνει που θα πεθάνει η γάτα, μην πάει και νηστικιά!”

Κανείς δεν τον μάλωνε. Τους άφηνε πίσω να χαμογελούν και έμπαινε στο επόμενο μαγαζί.

Στο ΚΤΕΛ

Να ΄σαι σε ΚΤΕΛ με οδηγό τον Αργύρη Μπακιρτζή και να κοιτάς λάγνα την κοπελιά στην απέναντι σειρά. Να ΄ναι καλοκαίρι. Να κάνει ζέστη και το φουστάνι της να χάσκει και να σου δείχνει το αγνό της στήθος. Να κάνει το ΚΤΕΛ το Πύργο-Πάτρα αλλά να μην είναι το express, να είναι το άλλο που πάει από όλα τα χωριά. Να μπαίνει κηδεία και να φωνάζουν οι γριές: “Την πήρε παρθένα ο χάρος” και η κοπελιά με το ανοιχτό φουστάνι να το παίρνει απόφαση και χωρίς φόβο αλλά με πάθος να έρχεται και να κάθετε πάνω σου και να ζητά να την πάρεις μακριά από τον θάνατο. Να την κάνεις να αναστενάζει και να κολλά το πρόσωπο της στο τζάμι. Αυτό. Αυτό που κάνει μια ταινία πρώτη στην λίστα σου. Αυτό που σου θυμίζει νεότητα. Αυτό που είναι σημαδούρα στην ζωή σου. Αυτό που δεν θα μπορείς εύκολα να το εξηγήσεις στον καθένα.

Παραγγελία

Δεκαετία ’90. Φθινόπωρο. Απογευματάκι Κυριακής σε παραλίμνιο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας. Η τηλεόραση στην καινούργια καφετέρια του χωριού παίζει πεντάλεπτο δελτίο ειδήσεων την στιγμή που γίνεται η μίνι ανασκόπηση των ματς που μόλις είχαν τελειώσει. Ο μπάρμαν-λέμε τώρα-ιδιοκτήτης κάθετε μόνος του απέξω από τον πάγκο πάνω σε ένα σκαμπό έτοιμος να κοιμηθεί από την ζέστη και την υγρασία. Το μαγαζί να μυρίζει επιδοτήσεις ΠΑΣΟΚ, καθρέφτες στους τοίχους, μια ντισκόμπαλά κρεμασμένη πάνω από τα άδεια πικάπς απλώνει ανταύγειες στην παχιά, πέντε εκατοστών παρακαλώ, λευκή μοκέτα. Continue reading

Αποχαιρετισμός

Greek nightlife
liako / Foter.com / CC BY-SA


Πάνε καμιά δεκαπενταριά χρόνια. M’ άρεσε τότε να γυρνώ μερικές φορές μόνος τα βράδια σε δρόμους φωτεινούς από μαρκίζες. Όταν έκοβε η κίνηση και έφευγε η «μαρίδα» έμπαινα σε κανένα μαγαζί και γλεντούσα μονάχος μου. Συνήθεια παράξενη, αποκτηθείσα σε άλλες εποχές με άλλες στεναχώριες. Εκείνο το βράδυ, με το που πέρασα την γκαρνταρόμπα και άνοιξα την τελευταία πόρτα με τα φινιστρίνια, τον είδα να κάθεται μονάχος του και αυτός, τρία τραπέζια μακριά από την πίστα. Πήγα και κάθισα. Μου έγνεψε σαν να με περίμενε, μα δε μίλησε. Ούτε «καλώς τον ανιψιό». Ούτε τίποτα. Γύρισε ένα ποτήρι και μου έριξε. Χωρίς πάγο, χωρίς νερό. Σκέτο. Κάποια στιγμή και ενώ δεν είχαμε αλλάξει άλλη κουβέντα γυρνά και μου λέει: Continue reading

Εμφύλιος

Εμφύλιος

Δεκάξι-δεκαεφτά ήμουνα. Καλοκαίρι στο χωριό. Συγκεκριμένα στο βουνό. Παρέα με δυο παππούδες. Συγγενής εξ αγχιστείας, φίλοι αλλά και σέμπροι. Ο εμφύλιος τους βρήκε τον έναν στο Μαίναλο με τον ΔΣΕ και τον άλλον να υπηρετεί επιστρατευμένος ξανά στον Ελληνικό Στρατό. Σε μια μάχη μάλιστα βρέθηκαν να πολεμούν, χωρίς να το γνωρίζουν ο ένας απέναντι στον άλλον. Μετά από πολλές περιπέτειες γύρισαν ζωντανοί στο χωριό και συνέχισαν την ζωή τους. Δεκαετία ’80 λοιπόν και εγώ έφηβος με τις πρώτες μου πολιτικές ανησυχίες τους βρήκα μόνους και ήρεμους και έπιασα να τους ρωτώ να μου διηγηθούν ιστορίες από τον εμφύλιο. Μου είπε δυο τρία πράγματα ο ένας για το Αλβανικό και τις εμπειρίες του από τον πόλεμο με τους Ιταλούς και μετά τίποτα. Κουβέντα. Τους το έφερνα από εδώ. «Πες μου θείο για το Μαίναλο». Τίποτα. Τους το έφερνα από ‘κει. «Πες μου βρε μπάρμπα για την μάχη των Continue reading

Παράνοια

Παράνοια

Τις τελευταίες μέρες νιώθω ότι πάνω από την Ελλάδα πλανάται μια τεράστια παράνοια.

Παρατηρώ αφενός πως πολλοί Έλληνες, συνεπικουρούμενοι και από τα δεξιά ψευτοπατριωτικιά κόμματα (ΑΝ.ΕΛΛ, ΛΑ.Ο.Σ., Χ.Α.) προσπαθούν με μανία να δημιουργήσουν εθνικά θέματα εκεί που δεν υπάρχουν με σκοπό την σπέκουλα. Πρώτη αφορμή έδωσε ο αποκλεισμός της Βούλας Παπαχρήστου για το tweet που έκανε σχετικά με τα κουνούπια του Νείλου.

Θεωρώ πως ο αποκλεισμός της ήταν αυστηρή κίνηση, αλλά δεν ξεχνώ όμως και το γεγονός ότι η συγκεκριμένη αθλήτρια συμμετέχει με τα χρώματα της Ελληνικής ομάδας σε μια διοργάνωση με πολύ συγκεκριμένους όρους. Ουσιαστικά πιστεύω πως σε τέτοιες περιπτώσεις θα έπρεπε να κρατηθούν χαμηλοί τόνοι από όλους μήπως και η αθλήτρια τελικά μπορούσε να συμμετέχει. Νερό στο μύλο της βλακείας βέβαια ήρθαν και έριξαν και οι υπερευαίσθητες αριστερές πλευρές προσωποποιώντας την Βούλα Παπαχρήστου ως εκπρόσωπο της Χρυσής Αυγής διότι στο twitter της είχε και άλλες παρόμοιες αναρτήσεις. Τζόγος να γίνεται δηλαδή και καυλάντισμα ένθεν και ένθεν.

Μετά ήρθε το ανύπαρκτο tweet της Γερμανίδας σημαιοφόρου. Ουσιαστικά το όλο θέμα προέκυψε από δύο Έλληνες δημοσιογράφους που έγραψαν μια υποθετική ιστορία για το τι θα γινόταν αν θα έγραφε κάτι κακό για τους Έλληνες. Ακολούθησε μια δήλωση της Γερμανικής αποστολής που κανένας Έλληνας δεν μπήκε στο κόπο να την διαβάσει από το πρωτότυπο αλλά αρκέστηκαν όλοι στην ελεύθερη μετάφραση των “blogs”.

(γαμώ τα “blogs”. Ναι τα γαμώ τα “blogs” αυτά που όταν τα αναφέρω πρέπει να τους βάλω εισαγωγικά. Παρεμπιπτόντως οι Έλληνες χρήστες δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τα blogs από τους news aggregator. Σας βάζω δύσκολα ε; Δεν πειράζει. Ψάξτε το.)

Γιώργος Τράγκας και Χάρυ Κλυν ξεσάλωσαν με τον τελευταίο να επιτίθεται και στον δικό μας σημαιοφόρο επειδή φωτογραφήθηκε μαζί με την Γερμανίδα σε μια ένδειξη καλής κίνησης. Άμα σας λέω παράνοια ομιλώ όντως για παράνοια.

Παράνοια
Παράνοια

Μετά ήρθε η τελετή έναρξης των ολυμπιακών αγώνων. Μα ρε παιδί μου τι πουτσαράδες είμαστε ως λαός. Δεκαεφτά πόντους χωρίς το κεφαλάκι σου λέω και βάλε. Και γαμιάδες. Ναι. Πουτσαράδες και γαμιάδες. Όλα εμείς τα κάνουμε σωστά. Εμείς είμαστε και άλλος κανείς. Όλοι οι σημερινοί Έλληνες νιώθουν απόγονοι των αρχαίων. Λες και όλοι οι Έλληνες απαγγέλνουν απ’ έξω Πίνδαρο, Σαπφώ, μελετούν τον Πλάτωνα, τον Σωκράτη, είναι ψιλοί, ξανθοί γαλανομάτηδες, γυμνασμένοι και αθλητικοί όλοι τους. Την πέσαμε λοιπόν στα Αγγλάκια, τα οποία τα έχουμε και άχτι γιατί κάνουν και εμετό στα Μάλια τα καλοκαίρια. Ότι εμείς είχαμε κυκλαδίτικα ειδώλια και αυτοί την Μαίρη Πόπινς. Ότι έδειξαν μονάχα την ιστορία και τον πολιτισμό μόνο των 200 τελευταίων χρόνων ενώ εμείς οι πουτσαράδες έχουνε 2500 χρόνια ιστορία! (άμα ρωτήσεις έναν μέσο μαθητή για την ιστορία μας μεταξύ 900 -1200 μΧ μπορεί και να μην πάρεις απάντηση). Μας πείραξαν λοιπόν οι Beatles, o Mr Been γιατί εμείς βλέπουμε Σεφερλή και ακούμε Χαρά Βέρα όταν πίσω καίγονται δάση. Ρε σου λέω είμαστε πολύ μπροστά εμείς γιατί έχουμε καβάτζα το… πίσω.

Δεν προλαβαίνει να τελειώσει η έναρξη πιανόμαστε από τον λόγο του Ζαγκ Ρογκ και τι λιγούρη τον ανεβάζουμε, τι άσχετο, τι αγράμματο. (Δείτε ένα σχετικό άρθρο εδώ για την δήλωση) Και να σου πάλι οι ανακοινώσεις από τα κόμματα ΛΑΟΣ, ΑΝΕΛΛ. Αλλά έτσι είμαστε. Τώρα μιλάνε για τους άλλους και εμάς δεν μας παίζουν… τα καθίκια. Τσάμπα τα τραπεζώματα και οι μίζες όλες του 2004 ; Μας ξέχασαν πάει ; Όχι θα τους γαμήσουμε και αυτούς που δεν μας αναφέρουν!

Στο επόμενο θέμα που θα προκύψει (γιατί βλέπω να έρχεται και θέμα με τα εισιτήρια που πήρε η Ελλάδα για τα στάδια του Λονδίνου) ας προσπαθήσουμε να θυμηθούμε μερικά πράγματα για εμάς αντί μονάχα να κοιτάμε το βρακί μας μήπως και η πούτσα μας μεγάλωσε κανα πόντο!

Ας θυμηθούμε εάν έχουμε καλή παιδεία ώστε να γνωρίζουν τα παιδιά μας την Ιστορία μας, ας κοιτάξουμε να δούμε πόσο κόστισαν οι δικοί μας Ολυμπιακοί Αγώνες και το για πότε θα τους ξεχρεώσουμε. Ας δούμε ποιος πήρε μίζα τότε. Ας θυμηθούμε τον Κεντέρη, την Θάνου. Ας δούμε το πόσους ένδοξους αγώνες κάναμε εμείς τα τελευταία 30 χρόνια, μιας και είμαστε και απόγονοι του Λεωνίδα. Ας προσέξουμε ποιος βγάζει σήμερα τις ανακοινώσεις περί μεγάλης και δυνατής Ελλάδας που δεν ανέχεται μύγα στο σπαθί της το σκουριασμένο, γιατί μπορεί και να ήταν πολιτευτής ή βουλευτής κυβερνώντος κόμματος άλλες εποχές.

Εν κατακλείδι αγαπητοί μου φίλοι σας λέω ότι βαρέθηκα να σας βλέπω να κοκορεύεστε για το ότι είστε Έλληνες σε μια μεγάλη Ελλάδα. Αυτή η μεγάλη Ελλάδα που μου τσαμπουνάτε συνέχεια, έχει καταστραφεί. Και την έχουμε καταστρέψει εμείς οι ίδιοι. Με τις επιλογές μας, με την ψήφο μας, με την ανοχή μας και την αμορφωσιά μας. Έλεος πια. Ας δούμε ότι δεν μας φταίει καμία συνωμοσία, καμιά άλλη φυλή, καμιά άλλη θρησκεία. Μας φταίει ο κακός μας εαυτός. Και όλη αυτή η σημερινή συμπεριφορά μας, σε ότι συμβαίνει, είναι ο καθρέφτης του κακού μας εαυτού.

Ελάτε λοιπόν ας αρχίσουμε από σήμερα. Ας φτιάξουμε μιαν νέα όμορφη Ελλάδα. Ανοίξτε για αρχή ένα βιβλίο !

 

 

Προτού προλάβετε να με πείτε Θολοκουλτουριάρη, Προδότη,  Αριστερό, ή ακόμα και Νεοταξίτη (όλα τα έχω ακούσει κατά καιρούς) σας λέω ότι: Με λένε Πάρι Κουτρουμάνο. Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα. Είμαι με τον Λογική και την Αλήθεια.

Ο Χ. Σιδέρης από το Μητρ. Κοινωνικό Ιατρείου Ελληνικού

Ο Χ. Σιδέρης από το Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείου Ελληνικού

Ο Χρήστος Σιδέρης είναι Υπεύθυνος Εθελοντών στο Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού. Μίλησε στην camera του parisk.gr για τις δράσεις του Ιατρείου. Ακούστε τον να δίνει ένα πραγματικό αποτύπωμα της κατάστασης πολλών συμπολιτών μας που δεν μπορούν να καλύψουν βασικές ανάγκες ιατρικής φροντίδας.

Μπράβο σε όλους αυτούς που από το μετερίζι τους προσπαθούν να βοηθήσουν τον συνάνθρωπο που έχει ανάγκη.

Μπράβο στην Ομάδα του Μητροπολιτικού Κοινωνικού Ιατρείου Ελληνικού !

Το blog του Ιατρείου εδώ http://mki-ellinikou.blogspot.gr/

Χάρτης http://mki-ellinikou.blogspot.gr/2012/05/blog-post.html

Αφίσα http://mki-ellinikou.blogspot.gr/2012/02/800×600-normal-0-false-false-false-en.html

Οι ανάγκες του ιατρείου http://mki-ellinikou.blogspot.gr/2012/03/blog-post_13.html

Το γκρουπ του Ιατρείου στο facebook https://www.facebook.com/groups/336368816380920/

Ο Ευτύχης Μπλέτσας μιλά στο parisk.gr

Ο Ευτύχης Μπλέτσας στο parisk.gr

O Ευτύχης Μπλέτσας σχολιάζει τα εκλογομαγειρέματα στην camera του parisk.gr

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Ευτύχη που δέχθηκε να μας δώσει την συνέντευξη.

Ευτύχη… καλή επιτυχία σε ότι κάνεις. Και να είσαι πάντα γεμάτος ζωντάνια.

Ο Ευτύχης Μπλέτσας είναι συγγραφέας της «Μαγειρικής Οικονομίας», και της «Θετικής
Ενέργειας» παρουσιαστής στην «Κουζίνα της Μαμάς» και στο «Food IQ», και
δημιουργός της παράστασης «Μουσικομαγειρέματα» που προάγει την Υγεία με
Εκπαιδευτική Ψυχαγωγία. Βρείτε τον Ευτύχη στο youTube: www.youTube.com/FTBLETSAS