Αμαρκέ

Στο καφενείο που συχνάζω δουλεύουν πέντε-εξι παλικάρια το ένα καλύτερο από το άλλο. Προχθές μετά τα τσίπουρα, την ώρα του λογαριασμού, πληρώνω… «Πάρε και αυτά δικά σου», και έχοντας το θάρρος στο εν λόγω κατάστημα του λέω: «…και φέρε για το «σβήσιμο» μια μπύρα αμαρκέ.»

-«Τι σημαίνει αμαρκέ;» ρώτησε το παλικάρι, τσικγλίζοντας με για να ακούσει ακόμα μια μικρή ιστοριούλα. Και του απάντησα:

Παλιά, στα μαγαζιά οι σερβιτόροι με το που ξεκινούσαν την βάρδια, πήγαιναν στον πασαδόρο-ταμία του καταστήματος και έδιναν αληθινά χρήματα και τα άλλαζαν με μάρκες. Έδιναν για παράδειγμα πέντε χιλιάδες δραχμές και έπαιρναν αντίστοιχης αξίας μάρκες. Δεν ήταν χοντρές σαν αυτές που έχουν στα καζίνα. Ήταν λεπτές, σαν πένες κιθάρας, χρωματιστές και στρόγγυλες. Κόκκινες του κατοστάρικου, γαλάζιες των πενήντα, λευκές τα δεκάρικα και κίτρινες για τα δίφραγκα. Για να αντιστοιχούν και να ξεχωρίζουν εύκολα με το μάτι στο χρώμα των τότε χαρτονομισμάτων.

Έπαιρνε παραγγελία το σερβιτόρι, προσερχόταν στον πάγκο έπαιρνε τα πιάτα, πλήρωνε σε μάρκες με τιμές «χονδρικής» που ήταν δεκατρία τοις εκατό πιο κάτω και αφού ο πελάτης έτρωγε και ερχόταν η ώρα του λογαριασμού τον πλήρωνε δίνοντας του κανονικά χαρτονομίσματα. Έτσι τα σερβιτόρια στο τέλος της μέρας είχαν ξαναμαζέψει σε πραγματικά χρήματα όσα είχαν δώσει στην αρχή της βάρδιας συν ένα ποσοστό, όπου ήταν και το πραγματικό τους μεροκάματο.

Όταν λοιπόν το μαγαζί ήθελε να κεράσει μια παρέα φώναζε τον σερβιτόρο που είχε το τραπέζι και του λέγε: «Αμαρκέ! Δώσε αυτά στο «Δύο» από το κατάστημα.» Δηλαδή δεν έπαιρνε μάρκα από τον σερβιτόρο. Εξού και η λέξη αμαρκέ, όπου το άλφα στερητικό και απλήρωτο.

Σημείωσης: Από το δεκατρία τοις εκατό που κέρδιζαν τα σερβιτόρια, το τρία έπρεπε να το δώσουν σε εμάς τους βοηθούς, αλλά πολλοί έκαναν την «παλαβή» και μέναμε εμείς οι πιτσιρικάδες με τα φραγκοδρίφραγκα που μπορεί να άφηναν οι πελάτες στα τραπέζια.