Ιστορίες από το παζάρι

Στα δυο χιλιάδες πόδια

Πλησιάζω στο πάγκο. Ψάχναμε ώρα για φθηνογκάτζετ. Όλο βρακιά, κουζινικά και μαξιλαροθήκες είχε. Μόνο η σύζυγος σταματούσε. Εμείς είχαμε μαστουρώσει από την τσίκνα που γέμιζε τους διαδρόμους του παζαριού και κοιτάγαμε να βρούμε τραντζίστορς και φακούς επαναφορτιζόμενους. Κάποια στιγμή ο μικρός ανακαλύπτει σε μια γωνία έναν. “Να, έλα, εδώ έχει”. Ο τύπος φορούσε δημοσιογραφικό γιλέκο και δύο ζευγάρια γυαλιά. Ένα στα μάτια, στηριγμένο χαμηλά στη μύτη και ένα ζευγάρι στο κούτελο. Δύο ντόπιοι κοιτούσαν και αυτοί τους φακούς. Σταθήκαμε και εμείς. Τρεις νοματαίοι και ο δικός μου ο πιτσιρικάς αρχίσαμε να πασπατεύουμε τα κινέζικα φακουδάκια.

“Αυτόν να πάρεις”, μου λέει. Τον κοίταξα με ένα βλέμμα ερώτησης για το εάν είναι καλός και ξεκίνησε το ποίημα:

“Αυτός που κρατάς αντέχει δώδεκα ώρες. Να βρέχει, καρέκλες να ρίχνει, θα σου κρατήσει. Τον έχω δώσει και στα ελικόπτερα. Έκαναν αναγνώριση σε πινακίδα αυτοκινήτου από τα δύο χιλιάδες πόδια και μου έστειλαν και sms εκείνη την ώρα να με ευχαριστήσουν. Να φέρω το κινητό να στο διαβάσω.”

Δεν το έφερε, αλλά περίμενε να δει πως θα αντιδράσω. Εγώ απολάμβανα το λογύδριο πώλησης. Κατάλαβε ότι θα ενέδιδα αλλά και ότι ήθελα να ακούσω κι άλλες ιστορίες για φακούς που άντεξαν στην άγρια ζούγκλα.

“Φέρε μια σακούλα να βάλουμε τον φακό στο κύριο. Θα σου δώσω και έναν αντάπτορα για την φόρτιση δώρο.”