Category Archives: Μικρές ιστορίες

Μικρές ιστορίες και διηγήματα. Αναμνήσεις και όνειρα ανακατεμένα.

Η γάτα δεν πέθανε στο πλύσιμο. Η γάτα πέθανε στο στύψιμο.

Όταν δούλευα, παλιά, στην Βαρβάκειο, στο πατσατζίδικο του Σιδέρη, εμφανιζόταν μερικά βράδια μια μορφή, ένας τύπος βγαλμένος σαν από ταινία του Νίκου Νικολαΐδη, με μια ξεχαρβαλωμένη κιθάρα και έκανε τα σουλάτσα του τραγουδώντας στους νυχτερινούς θαμώνες της Αριστογείτονος.

Περνούσε από τα τρία μαγαζιά που ξενυχτούσαν και ευημερούσαν, καθόταν στο καθένα έξι-εφτά λεπτά από τα οποία τα πρώτα πέντε τα αφιέρωνε στο μουσικό του θέμα και κατόπιν ερχόταν το οικονομικό πρόγραμμα: Χούφτα παρατεταμένη και ότι προαιρείσθε. Ένα τραγούδι έπαιζε όλο κι όλο. Βασικά ούτε τραγούδι. Ένα ρεφρέν ήταν και τρία ακόρντα.

“Η γάτα δεν πέθανε στο πλύσιμο. Η γάτα πέθανε στο στύψιμο.”

Αυτό μόνο. Έπαιζε. Σταματούσε. Έπαιρνε μιαν ανάσα. Άπλωνε το χέρι και περίμενε κάτι να του ρίξεις. Στις περιπτώσεις που κάποιο τραπέζι αδιαφορούσε ως προς τις οικονομικές του απαιτήσεις, δεν κώλωνε, άπλωνε το χέρι και βούταγε καμιά πατάτα, κανένα κεφτέ, αναφωνώντας:

“Θα πεθάνει που θα πεθάνει η γάτα, μην πάει και νηστικιά!”

Κανείς δεν τον μάλωνε. Τους άφηνε πίσω να χαμογελούν και έμπαινε στο επόμενο μαγαζί.

Παραλία

Το καφενείο του «γιατρού» ήταν ακριβώς απέναντι από την πλατεία. Το πεζοδρόμιο μπροστά από το μαγαζί ήταν τέσσερις πλάκες όλες κι όλες σε πλάτος, παρότι ο δρόμος ήταν ο πιο εμπορικός όλης της πόλης. Κατά μήκος της τζαμαρίας του καφενείου ήταν στοιχισμένες, εφ’ ενός  ζυγού, πέντε καρέκλες που τις χώριζαν δύο τραπεζάκια, από εκείνα τα μικρά που έχουν οι χαρτοπαίχτες όταν κάθονται  στο τραπέζι της τσόχας.  Καρέκλα, τραπεζάκι, καρέκλα, καρέκλα, τραπεζάκι, καρέκλα. Τα υπόλοιπα τραπεζοκαθίσματα του μαγαζιού ήταν απλωμένα αδιάφορα στην πλατεία απέναντι. Καμιά δεκαριά τραπέζια λευκά, σαν ξεφτισμένες εμαγιέ λαμαρίνες, με δυο καρέκλες το καθένα.

Τα απογεύματα λοιπόν, σαν έπεφτε ο ήλιος και τα μαγαζιά άνοιγαν, πιάναμε τις εφ’ ενός ζυγού καρέκλες, πίνοντας τσίπουρα και τρώγοντας για μεζέ πεπόνι, αλατισμένο γουλί από λάχανο και ελιές . Τσίπουρα και χάζι στην «παραλία»  Έτσι το λέγαμε εκείνο το κομμάτι πεζοδρομίου. «Παραλία».

Κάποιες φορές στην τρίτη γύρα τσίπουρα, ξανάμπαινε θέμα: «Μα γιατί να το λέμε Παραλία; Πασαρέλα έπρεπε να το λέμε!» Και κατά ένα τρόπο η ένσταση δεν ήταν αβάσιμη:

Σε εκείνον τον δρόμο κάθε απόγευμα περνούσε ο μισός γυναικείος πληθυσμός της πόλης για βόλτα στις βιτρίνες και ψώνια. Continue reading

Παραγγελία

Δεκαετία ’90. Φθινόπωρο. Απογευματάκι Κυριακής σε παραλίμνιο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας. Η τηλεόραση στην καινούργια καφετέρια του χωριού παίζει πεντάλεπτο δελτίο ειδήσεων την στιγμή που γίνεται η μίνι ανασκόπηση των ματς που μόλις είχαν τελειώσει. Ο μπάρμαν-λέμε τώρα-ιδιοκτήτης κάθετε μόνος του απέξω από τον πάγκο πάνω σε ένα σκαμπό έτοιμος να κοιμηθεί από την ζέστη και την υγρασία. Το μαγαζί να μυρίζει επιδοτήσεις ΠΑΣΟΚ, καθρέφτες στους τοίχους, μια ντισκόμπαλά κρεμασμένη πάνω από τα άδεια πικάπς απλώνει ανταύγειες στην παχιά, πέντε εκατοστών παρακαλώ, λευκή μοκέτα. Continue reading

Ρεπετισιόν

Δευτεροετής θα ‘μουνα. Τελείωσε το μάθημα μεσημέρι. Μου είχε ξεμείνει ένα αυτοκίνητο μιανής, που το είχε αφήσει να της το πάω στην Αθήνα, θεία μιας φίλης του κολλητού μου, σαρανταπεντάρα, ωραία γυναίκα.

Το ‘χα το αμάξι λοιπόν και το ‘παιζα εποχούμενος σαν σκεπάρνι γύφτικο. Βλέπεις στην σχολή οι περισσότεροι είχαν αυτοκίνητο, γόνοι μηχανικών γαρ, εμείς, κάτι λίγοι, παιδιά οικοδόμων και υπαλλήλων μας έτρωγε το αστικό και το ” προχωράτε στο βάθος έχει χώρο”.

Σχολάμε λοιπόν και στο πάρκινγ με πλησιάζει, συμφοιτήτρια “ανωτέρας κλάσεως, τάξεως και προδιαγραφών” σκύβει στο παράθυρο και μου λέει: “Μπορείς να με κατεβάσεις μέχρι την Ακτή Δημαίων που ‘χω αφήσει το αμάξι μου στο συνεργείο;” Continue reading

Τα φέξια κόκκινα.

Ήτανε το δικό μου “βρώμικο” ’98. Βρισκόμαστε με ένα παιδικό φίλο στην Καρδίτσα σε ένα ρεμπετάδικο. Παραγγείλαμε ταξί να φύγουμε, “να πάμε αλλού”. Την ώρα που ήρθε το ταξί έπαιζε η ορχήστρα το “Μες τον πράσινο τον μύλο”. Φύγαμε στα μέσα του τραγουδιού. Το πρωί της ίδιας μέρας είχα ρωτήσει ένα ταξιτζή στην πιάτσα της κεντρικής πλατείας: “Άμα καλέσεις ταξί αργά το βράδυ και τους πεις στα “ΚΤΕΛ”, θα σε παν΄εκεί που ψάχνεις” μου είπε.
Είπαμε στον οδηγό να πάει προς τα ΚΤΕΛ και να στρίψει. Έστριψε σε έναν χωματόδρομο, τριγύρω καλαμιές. Σε κάποιο ξέφωτο μας άφησε απέξω από ένα σκοτεινό όγκο κάτι σαν κοντέινερ. “Εδώ είναι το μαγαζί που ψάχνετε”. Continue reading