Όλα είναι ζωντανά εδώ!

Ο Σπύρος ο Ζαγοραίος ήταν ο πρώτος Έλληνας τραγουδιστής που υιοθέτησε την δεκαετία του ’80 το ασύρματο μικρόφωνο στην Αθηναϊκή νύχτα. Για αυτόν ήταν μια κάποια λύση για το πρόβλημα που είχε με το κομμένο του χέρι αλλά από την άλλη η νέα τεχνολογία υπήρξε αφορμή και για πολλά σχόλια από τους θαμώνες των κέντρων που τραγουδούσε.

Βρέθηκαν λοιπόν κάποιοι που είπαν: “Πως γίνεται να τραγουδά κάποιος με μικρόφωνο που δεν έχει καλώδιο; Μήπως έχει μαγνητοφωνημένο το πρόγραμμα;”

Έτσι λοιπόν ο Ζαγοραίος για να ανατρέψει τις φήμες αποφάσισε να κάνει το εξής: Διάλεγε ένα τραγούδι που ξεσήκωνε το κοινό και αφού έλεγε το πρώτο ρεφρέν, άφηνε τους μουσικούς να παίζουν, κατέβαινε από την πίστα, περπατούσε ανάμεσα από τα τραπέζια και εξηγούσε στο κόσμο ότι το μικρόφωνο που κρατά είναι μια νέα τεχνολογία που έφερε από το εξωτερικό λόγω του προβλήματος του.

Για να γίνει μάλιστα πιστευτός στο τεχνοφοβικό κοινό των δυτικών προαστίων, που κατά τα άλλα τον λάτρευε, κάποια στιγμή σταμάταγε μπροστά σε κάποια κυρία και τις έλεγε:
“Να δες κυρία μου, δοκίμασε, πες κάτι και εσύ, να δείξουμε στο κόσμο ότι δεν έχουμε ηχογραφήσει τίποτα. Όλα είναι ζωντανά εδώ!”

Το είχαν δει με τα μάτια μου να το κάνει στο αναψυκτήριο Άκρον, στην Λένορμαν, σε λαϊκή απογευματινή, όπου μπορούσε κάποιος με πεντακόσιες δραχμές και μια γρανίτα να δει τις μεγαλύτερες φίρμες τις εποχής.

Η γάτα δεν πέθανε στο πλύσιμο. Η γάτα πέθανε στο στύψιμο.

Όταν δούλευα, παλιά, στην Βαρβάκειο, στο πατσατζίδικο του Σιδέρη, εμφανιζόταν μερικά βράδια μια μορφή, ένας τύπος βγαλμένος σαν από ταινία του Νίκου Νικολαΐδη, με μια ξεχαρβαλωμένη κιθάρα και έκανε τα σουλάτσα του τραγουδώντας στους νυχτερινούς θαμώνες της Αριστογείτονος.

Περνούσε από τα τρία μαγαζιά που ξενυχτούσαν και ευημερούσαν, καθόταν στο καθένα έξι-εφτά λεπτά από τα οποία τα πρώτα πέντε τα αφιέρωνε στο μουσικό του θέμα και κατόπιν ερχόταν το οικονομικό πρόγραμμα: Χούφτα παρατεταμένη και ότι προαιρείσθε. Ένα τραγούδι έπαιζε όλο κι όλο. Βασικά ούτε τραγούδι. Ένα ρεφρέν ήταν και τρία ακόρντα.

“Η γάτα δεν πέθανε στο πλύσιμο. Η γάτα πέθανε στο στύψιμο.”

Αυτό μόνο. Έπαιζε. Σταματούσε. Έπαιρνε μιαν ανάσα. Άπλωνε το χέρι και περίμενε κάτι να του ρίξεις. Στις περιπτώσεις που κάποιο τραπέζι αδιαφορούσε ως προς τις οικονομικές του απαιτήσεις, δεν κώλωνε, άπλωνε το χέρι και βούταγε καμιά πατάτα, κανένα κεφτέ, αναφωνώντας:

“Θα πεθάνει που θα πεθάνει η γάτα, μην πάει και νηστικιά!”

Κανείς δεν τον μάλωνε. Τους άφηνε πίσω να χαμογελούν και έμπαινε στο επόμενο μαγαζί.

Στο ΚΤΕΛ

Να ΄σαι σε ΚΤΕΛ με οδηγό τον Αργύρη Μπακιρτζή και να κοιτάς λάγνα την κοπελιά στην απέναντι σειρά. Να ΄ναι καλοκαίρι. Να κάνει ζέστη και το φουστάνι της να χάσκει και να σου δείχνει το αγνό της στήθος. Να κάνει το ΚΤΕΛ το Πύργο-Πάτρα αλλά να μην είναι το express, να είναι το άλλο που πάει από όλα τα χωριά. Να μπαίνει κηδεία και να φωνάζουν οι γριές: “Την πήρε παρθένα ο χάρος” και η κοπελιά με το ανοιχτό φουστάνι να το παίρνει απόφαση και χωρίς φόβο αλλά με πάθος να έρχεται και να κάθετε πάνω σου και να ζητά να την πάρεις μακριά από τον θάνατο. Να την κάνεις να αναστενάζει και να κολλά το πρόσωπο της στο τζάμι. Αυτό. Αυτό που κάνει μια ταινία πρώτη στην λίστα σου. Αυτό που σου θυμίζει νεότητα. Αυτό που είναι σημαδούρα στην ζωή σου. Αυτό που δεν θα μπορείς εύκολα να το εξηγήσεις στον καθένα.

Όταν όλοι (πιστεύουν ότι) έχουν δίκιο έχουμε τραγωδία!

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει χάσει μια ιστορική ευκαιρία και αυτό πλέον είναι το πρώτο και βασικό δεδομένο. Την ευκαιρία την έχασε μερικά εικοσιτετράωρα μετά από το δημοψήφισμα του Ιουλίου. Τότε που είχε ένα μεγάλο κομμάτι του λαού με το μέρος της για οποιαδήποτε κίνηση θα έκανε, ώστε να απομακρυνθεί από την περιδίνηση που προκαλούν τα μνημόνια, ακόμα κι εάν η μετέπειτα πορεία της χώρας θα ήταν αρκετά δύσκολη.

Από εκείνη την χρονική στιγμή και μετά και παρότι εκλέχθηκε στις εκλογές του Σεπτέμβρη, η πορεία της πτώσης του κυβερνητικού σχήματος είναι δεδομένη. Ούτε θα κυβερνήσουν για 40 χρόνια όπως λεγόταν, ούτε τίποτα. Αντιθέτως, ο κόσμος, ειδικά αυτός με αριστερόστροφη σκέψη, απογοητεύτηκε, σιώπησε και απείχε. Continue reading

Παραλία

Το καφενείο του «γιατρού» ήταν ακριβώς απέναντι από την πλατεία. Το πεζοδρόμιο μπροστά από το μαγαζί ήταν τέσσερις πλάκες όλες κι όλες σε πλάτος, παρότι ο δρόμος ήταν ο πιο εμπορικός όλης της πόλης. Κατά μήκος της τζαμαρίας του καφενείου ήταν στοιχισμένες, εφ’ ενός  ζυγού, πέντε καρέκλες που τις χώριζαν δύο τραπεζάκια, από εκείνα τα μικρά που έχουν οι χαρτοπαίχτες όταν κάθονται  στο τραπέζι της τσόχας.  Καρέκλα, τραπεζάκι, καρέκλα, καρέκλα, τραπεζάκι, καρέκλα. Τα υπόλοιπα τραπεζοκαθίσματα του μαγαζιού ήταν απλωμένα αδιάφορα στην πλατεία απέναντι. Καμιά δεκαριά τραπέζια λευκά, σαν ξεφτισμένες εμαγιέ λαμαρίνες, με δυο καρέκλες το καθένα.

Τα απογεύματα λοιπόν, σαν έπεφτε ο ήλιος και τα μαγαζιά άνοιγαν, πιάναμε τις εφ’ ενός ζυγού καρέκλες, πίνοντας τσίπουρα και τρώγοντας για μεζέ πεπόνι, αλατισμένο γουλί από λάχανο και ελιές . Τσίπουρα και χάζι στην «παραλία»  Έτσι το λέγαμε εκείνο το κομμάτι πεζοδρομίου. «Παραλία».

Κάποιες φορές στην τρίτη γύρα τσίπουρα, ξανάμπαινε θέμα: «Μα γιατί να το λέμε Παραλία; Πασαρέλα έπρεπε να το λέμε!» Και κατά ένα τρόπο η ένσταση δεν ήταν αβάσιμη:

Σε εκείνον τον δρόμο κάθε απόγευμα περνούσε ο μισός γυναικείος πληθυσμός της πόλης για βόλτα στις βιτρίνες και ψώνια. Continue reading

Παραγγελία

Δεκαετία ’90. Φθινόπωρο. Απογευματάκι Κυριακής σε παραλίμνιο χωριό της Αιτωλοακαρνανίας. Η τηλεόραση στην καινούργια καφετέρια του χωριού παίζει πεντάλεπτο δελτίο ειδήσεων την στιγμή που γίνεται η μίνι ανασκόπηση των ματς που μόλις είχαν τελειώσει. Ο μπάρμαν-λέμε τώρα-ιδιοκτήτης κάθετε μόνος του απέξω από τον πάγκο πάνω σε ένα σκαμπό έτοιμος να κοιμηθεί από την ζέστη και την υγρασία. Το μαγαζί να μυρίζει επιδοτήσεις ΠΑΣΟΚ, καθρέφτες στους τοίχους, μια ντισκόμπαλά κρεμασμένη πάνω από τα άδεια πικάπς απλώνει ανταύγειες στην παχιά, πέντε εκατοστών παρακαλώ, λευκή μοκέτα. Continue reading

Ρεπετισιόν

Δευτεροετής θα ‘μουνα. Τελείωσε το μάθημα μεσημέρι. Μου είχε ξεμείνει ένα αυτοκίνητο μιανής, που το είχε αφήσει να της το πάω στην Αθήνα, θεία μιας φίλης του κολλητού μου, σαρανταπεντάρα, ωραία γυναίκα.

Το ‘χα το αμάξι λοιπόν και το ‘παιζα εποχούμενος σαν σκεπάρνι γύφτικο. Βλέπεις στην σχολή οι περισσότεροι είχαν αυτοκίνητο, γόνοι μηχανικών γαρ, εμείς, κάτι λίγοι, παιδιά οικοδόμων και υπαλλήλων μας έτρωγε το αστικό και το ” προχωράτε στο βάθος έχει χώρο”.

Σχολάμε λοιπόν και στο πάρκινγ με πλησιάζει, συμφοιτήτρια “ανωτέρας κλάσεως, τάξεως και προδιαγραφών” σκύβει στο παράθυρο και μου λέει: “Μπορείς να με κατεβάσεις μέχρι την Ακτή Δημαίων που ‘χω αφήσει το αμάξι μου στο συνεργείο;” Continue reading

Τα φέξια κόκκινα.

Ήτανε το δικό μου “βρώμικο” ’98. Βρισκόμαστε με ένα παιδικό φίλο στην Καρδίτσα σε ένα ρεμπετάδικο. Παραγγείλαμε ταξί να φύγουμε, “να πάμε αλλού”. Την ώρα που ήρθε το ταξί έπαιζε η ορχήστρα το “Μες τον πράσινο τον μύλο”. Φύγαμε στα μέσα του τραγουδιού. Το πρωί της ίδιας μέρας είχα ρωτήσει ένα ταξιτζή στην πιάτσα της κεντρικής πλατείας: “Άμα καλέσεις ταξί αργά το βράδυ και τους πεις στα “ΚΤΕΛ”, θα σε παν΄εκεί που ψάχνεις” μου είπε.
Είπαμε στον οδηγό να πάει προς τα ΚΤΕΛ και να στρίψει. Έστριψε σε έναν χωματόδρομο, τριγύρω καλαμιές. Σε κάποιο ξέφωτο μας άφησε απέξω από ένα σκοτεινό όγκο κάτι σαν κοντέινερ. “Εδώ είναι το μαγαζί που ψάχνετε”. Continue reading

Βασίλης Αναγνώστου Συγγραφέας

Συνέντευξη με τον συγγραφέα Βασίλη Αναγνώστου

Τυχεροί όσοι γνωρίζουν από κοντά τους συγγραφείς των αγαπημένων τους βιβλίων. Ή αλλιώς: Κάποιες συζητήσεις είναι ωραίο να καταγράφονται και να μοιράζονται.

Ο Βασίλης Αναγνώστου γεννήθηκε στο Σκουτάρο της Λέσβου, αλλά τα παιδικά και νεανικά του χρόνια τα έζησε στη Νέα Ερυθραία. Σπούδασε στη Σχολή Ηλεκτρονικών του Σιβιτανιδείου Ιδρύματος, στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ και στη Σχολή Ανωτέρων Θεωρητικών του Εθνικού Ωδείου και του Ωδείου “Ν. Σκαλκώτας”.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ζει στη Μυτιλήνη, όπου εργάζεται στη Λαϊκή Επιμόρφωση, ενώ παράλληλα διδάσκει μουσικοπαιδαγωγικά σε σεμινάρια.

Η πρώτη του λογοτεχνική απόπειρα έγινε το 1988 με τη συλλογή διηγημάτων: “Ιστορίες γι’ αγρίους” (εκδόσεις Οδυσσέας). Ακολούθησαν: “Το καλό τραγούδι ζητάει το δίκηο του: 24 τραγούδια” (έκδοση της Εταιρίας Αιολικών Μελετών 1991), “Ακόμα κι ένα λάθος κάντο σωστά” (Άγκυρα 1997), “Παρέα με τ’ άστρα στης μουσικής τα κάστρα” (Δόμος 2001), “Και ξαφνικά κάποιος είπε: Παίζουμε Θέατρο” (Άγκυρα 2006).

Στίχοι του μελοποιημένοι από τον Τάκη Βούη, περιλαμβάνονται στο LP: “Τι καλά που θάτανε” (Λύρα 1991) και στο CD “Πατώντας σε δυο βάρκες” (DIODIM 1995). Στα μέσα του Δεκέμβρη του 2007 κυκλοφόρησε από το Πολύτροπο το Cd: “Θησέας που επιστρέφει” (μουσική: Τάκη Βούη) στο οποίο υπάρχουν τρία τραγούδια σε στίχους του, ερμηνευμένα από το Μανώλη Μητσιά, την ΕmiΙia Ottaviano και τον συνθέτη.

Πρόσφατα ίδρυσε με άλλους “αεί Παίδες” της Μυτιλήνης την ομώνυμη παιδαγωγική-πολιτιστική κίνηση.

Ευχαριστούμε το καφενείο “Κασταλία” στο Μαρούσι για την φιλοξενία.

Τα στημένα Xι

Τελευταία φορά που πήγα γήπεδο στην ζωή μου για να δω ματς του Ελληνικού Πρωταθλήματος ήταν το 1990. Ναι τόσο παλιά. ΑΕΚ – Άρης στα Φιλαδέλφεια. Όχι στην σκεπαστή. Από πάνω στην άλλη, νούμερο δεν θυμάμαι, αλλά όταν χοροπήδαγαν όλοι μαζί οι φίλαθλοι – ο θεός να τους κάνει φιλάθλους – έλεγες τώρα θα πετάξουμε.

Αμύητος λοιπόν καθώς ήμουν, βρέθηκα με την παρότρυνση ενός τρελλαμένου ΑΕΚτζή στην «από πάνω από την σκεπαστή» να παρακολουθώ τον αγώνα ακούγοντας ταυτόχρονα και την περιγραφή από το τζαντζιστοράκι που είχε μαζί του ο φίλος μου. «Σάνυο ένα τρανζίστορ σπάνιο και την σφύρα έχει η ομάδα της Ένωσης…» Κάποια στιγμή, βάζει η ΑΕΚ ένα γκολ, ακόμα πιστεύω πως άκουσα την εξέδρα να τρίζει και να υποχωρούν τα δοκάρια.

Γίνεται ημίχρονο… βγάζει ο φίλος το δελτίο προπό που είχε μαζί του να κάνουμε απολογισμό του πόσο κοντά είμαστε στο ταμείο. «Τους οκτώ αγώνες τους πιάνουμε αλλά η πουτάνα η μπάλα είναι στρόγγυλη… κανείς δεν ξέρει που καταλήγει.» Μπαίνουνε οι παίκτες στον αγωνιστικό χώρο για το β’ μέρος και κάπου εκεί στο 50ο λεπτό ισοφαρίζει ο Άρης και γίνεται το 1-1. Παγωμάρα στην κερκίδα… δίνουν σύνθημα για «χέρια ρε μουνιά», χτύπαγα κι εγώ τα χέρια ο καημένος…

Continue reading

Αποχαιρετισμός

Greek nightlife
liako / Foter.com / CC BY-SA


Πάνε καμιά δεκαπενταριά χρόνια. M’ άρεσε τότε να γυρνώ μερικές φορές μόνος τα βράδια σε δρόμους φωτεινούς από μαρκίζες. Όταν έκοβε η κίνηση και έφευγε η «μαρίδα» έμπαινα σε κανένα μαγαζί και γλεντούσα μονάχος μου. Συνήθεια παράξενη, αποκτηθείσα σε άλλες εποχές με άλλες στεναχώριες. Εκείνο το βράδυ, με το που πέρασα την γκαρνταρόμπα και άνοιξα την τελευταία πόρτα με τα φινιστρίνια, τον είδα να κάθεται μονάχος του και αυτός, τρία τραπέζια μακριά από την πίστα. Πήγα και κάθισα. Μου έγνεψε σαν να με περίμενε, μα δε μίλησε. Ούτε «καλώς τον ανιψιό». Ούτε τίποτα. Γύρισε ένα ποτήρι και μου έριξε. Χωρίς πάγο, χωρίς νερό. Σκέτο. Κάποια στιγμή και ενώ δεν είχαμε αλλάξει άλλη κουβέντα γυρνά και μου λέει: Continue reading